Menu

A+ A A-

Η ομιλία μου στη χθεσινή εκδήλωση του Ιδρύματος της Βουλής.

 

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Επηρεασμένη από τον πατέρα της, Χαρίλαο Κουτσούρη, γνωστό δερματολόγο στην Πόλη, ήλθε στην Αθήνα, όπου σπούδασε στην Ιατρική Σχολή.

Με τον τίτλο του διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών συνέχισε τις σπουδές της στο Παρίσι και το Λονδίνο.

Είχε ανοίξει ο δρόμος για μια λαμπρή σταδιοδρομία στην Ιατρική.

Όμως, η Γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα πυροδοτεί το αγωνιστικό πάθος της για την Ελευθερία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Είναι προφανές ότι αυτό το πάθος και η αγωνιστικότητα γεννήθηκαν από τις «Χαμένες Πατρίδες» και την προσφυγιά του 1922.

Δεν θα διστάσει να ενταχθεί στην Αντίσταση. Είχε αναλάβει τον χειρισμό ασυρμάτων για την απόσπαση μυστικών των Ναζί. Άλλαζε διαρκώς σπίτια γιατί οι Ναζί με ειδικά μηχανήματα εντόπιζαν τους ασυρμάτους των αντιστασιακών.

Γράφει στον Πρόλογο του βιβλίου της «Προσωπική Κατάθεση» :

«Στο διάστημα της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα, κατά τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι πήρα κι εγώ μέρος στην αντίσταση γιατί πίστευα ότι ένας λαός είναι δικαιωματικά κυβερνήτης της χώρας του και δεν μπορεί να ανέχεται ξένες δυνάμεις να πατάνε το χώμα του και να γίνονται αφεντικά του. Αισθανόμουν – και φυσικά αισθάνομαι ακόμα – βαθύτατο σεβασμό προς όλους τους ανθρώπους, την αξιοπρέπειά τους και το δικαίωμά τους να ζουν ελεύθεροι.

Ό,τι για μένα ήταν ιερό καταπατήθηκε τότε από τους ξένους κατακτητές και έτσι δεν υπήρξε η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ήταν καθήκον μου να βοηθήσω όλους όσους βρίσκονταν σε κίνδυνο επειδή αντιτάσσονταν στον φασιστικό εχθρό, και γενικά τους κατατρεγμένους απ’αυτόν.

Έτσι όμως βρίσκεσαι μοιραία να πολεμάς ο ίδιος τον εχθρό και επειδή συνήθως είναι πολύ ισχυρότερος από σένα, διαθέτει καλούς πληροφοριοδότες, εκγυμνασμένη αστυνομία και σκληρές μεθόδους για την απόσπαση πληροφοριών. Οι πιθανότητες είναι ότι κάποτε θ’ανακαλυφθείς, θα συλληφθείς, θα περάσεις από ανάκριση και θα κλειστείς στις φυλακές – αν, εννοείται, σταθείς αρκετά τυχερός ώστε να μην πεθάνεις κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο σ’ένα από αυτά τα στάδια.»

Μετά τα Δεκεμβριανά, με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου, θα μεταβεί στο Λονδίνο και θα ενταχθεί ως ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ράιτ Φλέμινγκ.

Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της η γνωριμία με τον διάσημο τότε Αλεξάντερ Φλέμινγκ. Ο σκωτσέζος επιστήμονας ήταν αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ένας ήρωας. Όχι άδικα. Η χορήγηση της πενικιλίνης, του αντιβιοτικού που είχε ανακαλύψει, στους τραυματίες πολέμου είχε σώσει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων και του είχε χαρίσει το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας το 1945.

Το 1949 η Αμαλία θα επιστρέψει στην Αθήνα για να αναλάβει τη διεύθυνση του Ευαγγελισμού. Όταν εγκατέλειπε το Λονδίνο ούτε εκείνη, ούτε ο Φλέμινγκ είχαν φανταστεί τη συνέχεια της γνωριμίας και της επιστημονικής συνεργασίας τους…

Το 1952 ο Φλέμινγκ έρχεται στην Αθήνα για μια σειρά διαλέξεων… Την παραμονή της αναχώρησής του για το Λονδίνο συναντά την Αμαλία για να την αποχαιρετήσει…

Αντί για «αντίο» της προτείνει να τον παντρευτεί…. «Βιάστηκα τόσο πολύ να πω το ναι – αφηγείται η Αμαλία – που αισθάνθηκα εξαιρετικά αμήχανη».

Δυστυχώς η ευτυχία με τον Φλέμινγκ κράτησε μόνο δύο χρόνια. Ο διάσημος επιστήμονας πέθανε το 1955 από ανακοπή…

Καθώς ο Φλέμινγκ είχε τον τίτλο του Σερ η Αμαλία είχε τον τίτλο της Λαίδης και την Βρετανική υπηκοότητα.

Θα ήταν εύκολο, όταν κατέβηκαν στην Αθήνα τα τανκς των Συνταγματαρχών να διαφύγει στην Αγγλία, όπου ήταν βέβαιο ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την πετυχημένη πορεία της στην ιατρική έρευνα.

Το πάθος της, όμως, για την Ελευθερία την κράτησε στην Αθήνα. Δεν δίστασε, γνωρίζοντας τους κινδύνους, να αναλάβει πρωταγωνιστικούς ρόλους στην Αντίσταση κατά της Χούντας.

Στην «ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ» που εκδόθηκε το 1995, εξιστορεί τη συμμετοχή της στην Αντίσταση.

Σήμερα, στη σύντομη αναφορά στην αντιστασιακή δράση της, θα θυμίσουμε τις πλέον σημαντικές, που είχανκαι διεθνή απήχηση.

Τον Σεπτέμβριο 1967 οι κυβερνήσεις της Σουηδίας, της Δανίας, της Νορβηγίας και της Ολλανδίας καταθέτουν προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά της Ελλάδας για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με βασανισμούς πολιτικών κρατουμένων.

Το 1969 η καταγγελία παραπέμπεται στη Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Προκύπτει, όμως, ένα σοβαρό θέμα. Ηταν σημαντικό να παραστούν μάρτυρες οι οποίοι είχαν υποστεί τα βασανιστήρια. Εύκολο να βρεθούν, αλλά δύσκολο να σχεδόν αδύνατο να ταξιδέψουν από την Ελλάδα στο Στρασβούργο.

Το δύσκολο και με κινδύνους πρόβλημα ανέλαβε να λύσει η Αμαλία Φλέμινγκ, με την βοήθεια του Πάμπλο, του γνωστού επαναστάτη Μιχάλη Ράπτη και της Μαρίας Μπέκετ, που πρόσφερε καταφύγιο στους μάρτυρες και τα μέσα για να δημοσιοποιηθούν στην Ευρώπη οι καταγγελίες.

Οι δύο μάρτυρες ήταν η ηθοποιός Κίττυ Αρσένη και ο Περικλής Κοροβέσης, και οι δύο ήσαν θύματα των βασανιστηρίων και συγκλόνισαν με τις καταθέσεις τους.

Είχαν κληθεί να καταθέσουν και τέσσερις Έλληνες Πολιτικοί. Μεταξύ αυτών και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρνήθηκαν διότι, όπως τόνιζε ο Καραμανλής, στην απαντητική επιστολή, η παρουσία τους θα έδινε άνευ λόγου την εντύπωση ότι το Συμβούλιο θα αναμιχθεί εις τα εσωτερικά της Ελλάδος.

Συνιστούσε στο Συμβούλιο την αποπομπή ή τον πειθαναγκασμό της Χούντας να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της.

Πριν από τη Σύνοδο των Υπουργών, που είχε οριστεί για τις 12 Δεκεμβρίου 1969, είχε αρχίσει μια δραματική για την Ελλάδα διπλωματική μάχη, στην οποία είχαν εμπλακεί 18 κυβερνήσεις.

Παρασκηνιακά είχε εμπλακεί και η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία συνιστούσε ανοχή της Χούντας με το επιχείρημα ότι η διαγραφή της Ελλάδος θα είχε επιπτώσεις στο ΝΑΤΟ!

Με τις πρώτες παρεμβάσεις στο Συμβούλιο Υπουργών ήταν πλέον σαφές ότι η απόφαση θα ήταν καταδικαστική.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Χούντας Πιπινέλης για να αποτρέψει την ατιμωτική για την χώρα απόφαση δήλωσε :

«Κατ’εξουσιοδότηση της κυβερνήσεώς μου, επιθυμώ να ανακοινώσω εις το Συμβούλιο ότι η Ελλάς καταγγέλλει το καταστατικόν του Συμβουλίου της Ευρώπης και την σύμβασιν της Ρώμης, συμφώνως προς το άρθρο 7 του καταστατικού και αποχωρεί νομίμως του Συμβουλίου της Ευρώπης».

Ο Καραμανλής αφηγείται :

«Από την στιγμήν εκείνην η τραγωδία μεταβάλλεται εις κωμωδίαν. Η Κυβέρνησις των Αθηνών, η οποία μέχρι της τελευταίας στιγμής ηγωνίζετο άλλοτε εκλιπαρούσα και άλλοτε απειλούσα να διατηρήση την θέσιν της εις τον οργανισμόν, επληροφόρει τον Ελληνικόν λαόν ότι δια της υπερηφάνου στάσεώς της έσωσε την τιμήν της Ελλάδος. Και προσεπάθη κατά τρόπον γελοίον να εμφανίση την ταπείνωσιν της χώρας ως θρίαμβον εθνικόν. Έφθασε μάλιστα εις το σημείον να σημαιοστολίση τας Αθήνας και να υποδεχθή ως θριαμβευτήν τον δυστυχή υπουργόν της επί των Εξωτερικών. Η δε γελοιοποίησις αυτή υπήρξε περισσότερο οδυνηρά και από το πολιτικό και ηθικό ράπισμα που εδέχθη η χώρα μας εις το πρόσωπον των κυβερνητών της.

Και έτσι η Ελλάς, που φιλοδοξούσε και εδικαιούτο να μετέχη του πυρήνος της Ευρώπης ευρέθη εκτός αυτής, χωρίς μάλιστα την ελπίδα να επανέλθη».

Ο Περικλής Κοροβέσης έχει αφιερώσει το βιβλίο του «Ανθρωποφύλακες» στην Αμαλία Φλέμινγκ. Γράφει :

«Σε τελική ανάλυση, σ’αυτήν οφείλω το βιβλίο. Ήταν αυτή που διοργάνωσε την απόδρασή μου από την Ελλάδα, σε συνεργασία με τον Μ.Ράπτη (Πάμπλο), για να καταθέσω σαν μάρτυρας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στη Δίκη της Χούντας για τα βασανιστήρια.

Στην Αμαλία Φλέμινγκ επίσης χρωστάω τη γνώση πως οι αξίες είναι σημαντικότερες από τις ιδεολογίες.

Η καταδίκη της Χούντας στο Συμβούλιο της Ευρώπης ήταν η αρχή του τέλους της Δικτατορίας.

Τον Αύγουστο 1971 δεν θα διστάσει να μετάσχει στην πλέον επικίνδυνη αντιστασιακή επιχείρηση, το σχέδιο απόδρασης του Αλέκου Παναγούλη. Θυμίζω ότι είχε καταδικαστεί σε θάνατο για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου.

«Ο Αλέκος Παναγούλης-γράφει στην «Προσωπική Κατάθεση»-είναι ο μεγαλύτερος ήρωας που ανέδειξε η μαύρη αυτή περίοδος της ζωής μας και συγχρόνως το μεγαλύτερο θύμα…

Η κατάσταση του-συνεχίζει-που εξακολουθούσα να πληροφορούμαι με παρακολουθούσε σαν φάντασμα…

Με μεγάλη λοιπόν ανακούφιση μάθαμε ότι την νύχτα της 5ης προς την 6η Ιουνίου 1969, ο Παναγούλης δραπέτευσε από τη στρατιωτική φυλακή, με τη βο΄ληθεια ενός φρουρού, του δεκανέα Γωργίου Μωράκη.

Τέσσερις μέρες είχαν περάσει και ήμαστε πια βέβαιοι ότι ο Παναγούλης και ο φρουρός του βρίσκονταν με ασφάλεια στο εξωτερικό.

Το βράδυ της 9 Ιουνίου η Αμαλία αισθάνονταν ασφυξία μέσα στο σπίτι και ετοιμάζονταν να γιορτάσει με φίλους την ελευθερία του Αλέκου. Δεν θα προλάβουν. Η μετάδοση του τρομερού νέου μαύρισε τη ν καρδιά της. Ο Παναγούλης είχε συλληφθεί. Τον είχε προδώσει έναντι χρηματικής αντιπαροχής ο εξάδελφος του. Είχε και το κλειδί του σπιτιού που έμενε αναμένοντας βοήθεια για φύγει στο εξωτερικό!

Αφηγείται η Αμαλία: «Όταν το κλειδί έστριψε στην κλειδαριά ο Παναγούλης δεν ανησύχησε. Μόνο ο εξάδελφος του είχε το κλειδί. Πώς να αισθάνθηκε όταν είδε τους αστυνομικούς να ορμούν επάνω του;».

Την Τρίτη 24 Αυγούστου θα την επισκεφθεί ο προσωπικός φίλος του Παναγούλη Κώστας Ανδρουτσόπουλος.

Την ενημερώνει ότι τον είχε επισκεφθεί ένας δεκανέας με ένα σημείωμα του Παναγούλη, ο οποίος είχε μεταφερθεί από τις φυλακές Μπογιατίου στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως της ΕΣΑ στου Παπάγου.

Ο δεκανέας δηλώνει πρόθυμος να βοηθήσει στην δραπέτευση και ότι θα έπρεπε να βιαστούν πριν μεταφερθεί στις φυλακές Μπογιατίου, όπου η ΕΣΑ είχε λάβει ενισχυμένα μέτρα.

Ο Ανδρουτσόπουλος ζήτησε από την Φλέμινγκ να τους πάει με το αυτοκίνητο της κοντά στο στρατόπεδο για να της δείξουν το σημείο, όπου θα περίμενε μετά την δραπέτευση.

Πρόθυμη να μετάσχει, αλλά είχε προκύψει ένα σοβαρό εμπόδιο. Μια μέρα πριν είχε λάβει κλήση να παρουσιαστεί στο ΕΑΤ-ΕΣΑ για ανάκριση στις 25 Αυγούστου. Ηταν βέβαιο ότι θα την παρακολουθούσαν. Και όπως η ίδια αφηγείται: «Θα ήταν καθαρή τρέλα να τους πήγαινα με το αυτοκίνητο μου στο σημείο όπου θα γινόνταν η συνάντηση μετά από τη δραπέτευση, αν πετύχαινε».

Θυμήθηκε έναν αμερικανό φοιτητή της Θεολογίας, τον Τζών Σκέλτον, που δεν ανέχονταν να βασανίζονται άνθρωποι. Δέχθηκε να οδηγήσει το αυτοκίνητο.

Στο μεταξύ επισκέφθηκε τον Ανδρουτσόπουλο και ο νεαρός υπαξιωματικός Δημήτρης Στάικος πρόθυμος να συμπράξει στην απόπειρα.

Η Αμαλία είχε επιφυλάξεις για τη συμμετοχή του.

Δυστυχώς θα δικαιωθούν. Ενημέρωνε για όλες τις κινήσεις τους στην ΕΣΑ…

Το βράδυ πριν αρχίσει η επιχείρηση απελευθέρωσης του Παναγούλη έφαγαν σε μια ταβέρνα στου Παπάγου και η Αμαλία πήρε τον δρόμο επιστροφής στην Αθήνα, αγωνιώντας για τη συνέχεια… «Παρκάρισα το αυτοκίνητο-αφηγείται- και μόλις πάτησα έξω το ένα πόδι, τρεις άντρες χίμιξαν απάνω μου από διαφορετικά σημεία»

Με την αγωνία για την τύχη του Παναγούλη, του Ανδρουτσόπουλου και του Σκέλτον εγκλείστηκε σε ένα κελί στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Μετά ένα μήνα η δίκη-παρωδία στο Στρατοδικείο.

Η Φλέμινγκ καταδικάστηκε σε φυλάκιση 16 μηνών.

Μία ημέρα μετά τη σύλληψη της ο Βρετανός πρέσβης σερ Ρόμπιν Χούπερ τηλεγραφεί στο Φόρεϊν Όφις ότι, επειδή έχει και Βρετανική Υπηκοότητα θα προκαλέσει μία «πρώτης τάξεως» θύελλα διαμαρτυριών, που ίσως είχε σοβαρές επιπτώσεις στην επικείμενη επίσκεψη του στρατηγού Αγγελή στη Βρετανία και γενικότερα στις ελληνοβρετανικές σχέσεις.

Την επομένη ο Βρετανός πρέσβης συναντά τον Παπαδόπουλο. Στην αρχή ο δικτάτορας διαμαρτύρεται – «με χιούμορ» - για το γεγονός ότι ο Χούπερ προσπαθούσε να μετατρέψει ένα θέμα που αφορούσε την εσωτερική κατάσταση στην Ελλάδα σε ελληνοβρετανικό ζήτημα. Ο πρέσβης υπογραμμίζει στον πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών ότι η κυβέρνηση Χιθ δεν θα ήθελε η υπόθεση Φλέμινγκ να επηρεάσει τις προσπάθειες που κατέβαλαν και οι δύο πλευρές για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Παπαδόπουλος επιμένει ότι η Φλέμινγκ έπρεπε να προσαχθεί στη δικαιοσύνη, διαβεβαιώνει όμως τον εκπρόσωπο της Βρετανίας στην Αθήνα ότι η δίκη θα ήταν σύντομη και ότι το δικαστήριο – «όσο είναι δυνατόν» - θα έδειχνε επιείκεια. Παράλληλα δίνει την εντύπωση στον Χούπερ ότι το καθεστώς θα ελάμβανε μέτρα για την απέλαση της Φλέμινγκ από την Ελλάδα.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1971, επισκέπτεται τη Φλέμινγκ στα κρατητήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ ο Βρετανός γενικός πρόξενος. Στην αρχή ο πρόξενος είχε μια δεκαπεντάλεπτη προκαταρκτική συνομιλία με τον ταγματάρχη Θεοφιλο-γιαννάκο και με τον ταγματάρχη Χατζηζήση. Ο Θεοφιλο-γιαννάκος λέγει στον πρόξενο ότι η συνομιλία του με τη Φλέμινγκ θα έπρεπε να περιορισθεί σε προσωπικά ζητήματα και όχι σε θέματα που αφορούσαν τις ανακρίσεις. Μετά η λαίδη Φλέμινγκ έρχεται στο γραφείο του Θεοφιλογιαννάκου και παρουσία του ιδίου και του Χατζηζήση συνομιλεί με τον Ντόντσον επί 35 λεπτά.

Στην «ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ» καταγράφει τον διάλογο με τον Θεοφιλογιαννάκο.

«Την Πέμπτη ήταν κιόλας τρεισήμισι μέρες που βρισκόμουν εκεί. Δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου εδώ και πενήντα οκτώ ώρες, μα εξακολουθούσα να μην πεινάω. Οι φωνές και οι απειλές του Θεοφιλογιαννάκου και η αγωνία μου για τα πρόσωπα που κινδύνευαν ίσως να συλληφθούν μου έφερναν συνεχώς διάθεση για εμετό.

Κατά τις δέκα ο Θεοφιλογιαννάκος με κάλεσε και πάλι, αυτή τη φορά για να μου κάνει μια πρόταση : -Μιλήσαμε με τον πρωθυπουργό για σας, μου είπε, και με ποιο τρόπο είναι δυνατό να σας εμποδίσουμε να κάνετε κι άλλο κακό στην πατρίδα μας. Αποφασίσαμε ότι θα είστε λιγότερο επικίνδυνη αν φύγετε στο εξωτερικό.

Κάντε μας λοιπόν μια μικρή λίστα των πραγμάτων που θέλετε, να τα βάλουν σε μια βαλίτσα και να σας συνοδέψουμε στο αεροδρόμιο. Πιθανόν να γράψετε κανένα άρθρο, θα πείτε τα δικά σας για λίγο, και ύστερα θα μπείτε στη χορεία των άλλων αλητών, της Ελένης Βλάχου και των άλλων.

Τον ρώτησα αν αυτό εσήμαινε ότι θα χάσω την ελληνική μου υπηκοότητα. -Βεβαίως, είπε. Κάθισα πίσω στην καρέκλα μου πιο αναπαυτικά. Ένιωθα τώρα δυνατή. -Με τη θέλησή μου ποτέ δεν φεύγω, είπα.

Έμεινε κατάπληκτος. Μου μίλησε για τα μαρτύρια που επρόκειτο να τραβήξω στο ΕΑΤ – ΕΣΑ κατά τις επόμενες μέρες ή βδομάδες της ανακρίσεως, μαρτύρια για τα οποία δεν είχα ιδέα, και για την τελική δικαστική απόφαση που θα μ’έστελνε για χρόνια στη φυλακή να σαπίσω. -Σας συνιστώ ζωηρώς να δεχθείτε την προσφορά τώρα που σας την κάνουμε. Πιστέψτε με πως γλιτώνετε από πολλά οδυνηρά πράγματα.

Φαίνεται πως το τίμημα για να είσαι Έλληνας είναι πολύ μεγάλο, μα δέχομαι να το καταβάλω, απάντησα. -Θα το μετανιώσετε πικρά, μου είπε.».

Όσοι περάσαμε από το γραφείο του Θεοφιλογιαννάκου δύσκολα ξεχνάμε την εγκληματική φάτσα του…

Η Χούντα της αφαίρεσε την Ελληνική υπηκοότητα και την ανάγκασε να αναχωρήσει για το Λονδίνο. Επρόκειτο για απέλαση.

Από τις πρώτες μέρες της εγκατάστασής της, παράλληλα με τις αναμνήσεις των ημερών που έζησε εκεί δίπλα στον Φλέμινγκ, άρχισε να οργανώνει εκδηλώσεις κατά της Χούντας. Συστρατεύτηκαν πολλοί Ελληνες επιστήμονες και διανοούμενοι, που ήσαν εγκατεστημένοι στο Λονδίνο ή είχαν αποδράσει από την Ελλάδα.

Στο τέλος του Προλόγου στο βιβλίο της «ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ» γράφει:

«Εγραψα το βιβλίο αυτό με τη σκέψη συνεχώς στραμμένη στους πολλούς εκείνους Ελληνες που ενεργά αντιστάθηκαν στη βία της δικτατορίας.

Σ’ εκείνους που, από την 21η Απριλίου και ύστερα, με το θάρρος τους και τη στάση τους στα βασανιστήρια και στις φυλακές, με επικίνδυνες δραπετεύσεις, με την απόλυτη άρνηση τους να υποταχθούν, έσω σαν την τιμή της Ελλάδας και της γενιάς τους.

Θεωρώ πως μιά από τις μεγάλες τιμές που έλαχε στη ζωή μου είναι ότι, έστω και λίγο, βρέθηκα κι εγώ κοντά τους.

 

Θέλω εδώ να τους εκφράσω τον βαθύ μου θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη μου ως Ελληνίδας».

Σήμερα, με την αξιέπαινη πρωτοβουλία του Ιδρύματος της Βουλής, είμαστε εδώ για να εκφράσουμε την δική μας ευγνωμοσύνη στην μεγάλη Ελληνίδα που έπαιξε την ζωή της για την Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

 

 

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ