Menu

A+ A A-

 

(Ομιλία στην Αίθουσα Τελετών του Παντείου Παμεπιστημίου στο πλαίσιο του Σεμιναρίου του Κέντρου Διακυβέρνησης και Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΚΕΔΙΒΑ)  με θέμα «Σύγχρονα προβλήματα του Κοινοβουλευτσιμού στην Ελλάδα».

 

Μέρος Α

Ο διακοπτόμενος ελληνικός κοινοβουλευτισμός: μια σύντομη ιστορική αναδρομή

 

Η διαδρομή του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, αυτή η μακρά πορεία κατακτήσεων αλλά και υποχωρήσεων, σημαντικών αποφάσεων αλλά και κρίσιμων λαθών, υπήρξε ως επί το πλείστον μια αντιφατική πορεία, ένα μείγμα εκπληκτικών δίχως άλλο κατορθωμάτων αλλά και απογοητευτικών αδυναμιών.

Εξαρχής, από το 1843, το αίτημα προς τον Όθωνα για την παροχή Συντάγματος και η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου έθεσαν τις βάσεις για το κεντρικό ζήτημα που επρόκειτο να απασχολήσει για περισσότερο από έναν αιώνα, έως δηλαδή τα Ιουλιανά του 1965, την πολιτική ζωή της χώρας: το πολιτειακό. Γύρω από το πολιτειακό θα εξελιχθεί μια μακροχρόνια και σκληρή σύγκρουση με πολλά στάδια. H αρχή αυτής της σύγκρουσης διεξήχθη ανάμεσα στο πανίσχυρο Στέμμα και εκείνη τη μερίδα του πολιτικού κόσμου που επεδίωκε μεγαλύτερη ενίσχυση του κοινοβουλευτισμού και της λαϊκής βούλησης.

Η πρώτη σημαντική νίκη για το δεύτερο «στρατόπεδο» ήλθε το 1875, δια χειρός Χαριλάου Τρικούπη, με την εφαρμογή της Αρχής της Δεδηλωμένης.

Αν, όμως, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο Τρικούπης κατάφερε να υποτάξει το Στέμμα στη λαϊκή κυριαρχία, να εδραιώσει τον πρώτο ισχυρό ελληνικό δικομματισμό και να αναδείξει την πρωθυπουργική ισχύ στο επίκεντρο του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο διπολισμός που προώθησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1910, δηλαδή η παράλληλη ισχύς του πρωθυπουργού και του Βασιλιά, μια απόρροια της συναίνεσης που επεδίωκε ο Κρητικός πολιτικός για να επιτύχει τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εθνικούς στόχους που είχε θέσει, οδήγησε αργά αλλά σταθερά στον καταστροφικό εθνικό διχασμό του 1914-1915. Και από εκεί στο κρισιμότερο ίσως έτος της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το μοιραίο 1922.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Δίκη των Έξι σφράγισαν για τις επόμενες δεκαετίες την ελληνική πολιτική ζωή, εισάγοντας στο ελληνικό σύστημα έναν τρίτο πόλο εξουσίας, τον Στρατό, που έκτοτε επεδίωκε είτε να επηρεάζει τις εξελίξεις, είτε να καταλαμβάνει άμεσα την εξουσία, όπως με τη Δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου (1925). Η πρώτη μεγάλη κορύφωση των επιδιώξεων αυτού του νέου πόλου ήταν η επιβολή της Μεταξικής Δικτατορίαςκαι η μεγάλη δεκαετής διακοπή του ελληνικού κοινοβουλευτισμού (1936 – 1946).

Ο Εμφύλιος δέκα χρόνια αργότερα, τόσο σκληρός, αιματηρός και μακρύς, επέφερε ένα νέο, βαθύτερο διχασμό. Αυτός ο εξαιρετικά βίαιος, νέος εθνικός διχασμός, που στοίχισε χιλιάδες ζωές, καθυστέρησε σημαντικά την ανάπτυξη της χώρας και καθόρισε, με τις ακραίες συνθήκες που δημιουργήθηκαν,καταλυτικά τις πολιτικές εξελίξεις.

Για τις επόμενες τέσσερις περίπου δεκατετίες, μέχρι το 1974 και την αρχή της Μεταπολίτευσης, ο κοινοβουλευτισμός επρόκειτο να μοιραστεί την ίδια πολιτική κονίστρα μαζί με το Στέμμα, το Στρατό και τον ξένο παράγοντα. Ένα μοιραίο τετραπολικό σύστημα εξουσίας, όπως αποδείχθηκε πολλές φορές, με μια νέα κοινοβουλευτική διακοπή, την επταετή δικτατορία.

Η πτώση της Χούντας απομάκρυνε οριστικά από την πολιτική σκηνή πρώτα το Στρατό και έπειτα, με το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 1974, και το Στέμμα. Ταυτόχρονα μειώθηκε σημαντικά η παρεμβατική ισχύς του ξένου παράγοντα.

Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, η σταθερότερη έως σήμερα περίοδος του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, κατάφερε να απαλλαγεί από τα στοιχεία της «εξαρτημένης», όπως την έχω χαρακτηρίσει, Δημοκρατίας (δηλαδή της περιόδου 1950-1967), δηλαδή τα Ανάκτορα, τις επεμβάσεις του Στρατού, το παρακράτος, αλλά και τις άμεσες επεμβάσεις των ξένων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης τα κόμματα δεν απηλλάγησαν, αλλά απεναντίας καλλιέργησαν την πελατειακή εξάρτηση που τόσες δεκαετίες διέπει τη σχέση τους με τους ψηφοφόρους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα πληθωρικό, αναποτελεσματικό και άδικο κράτος, το οποίο αποτελεί τη βασική αιτία της οικονομικής κρίσης που βιώνει η Ελλάδα σήμερα.

 

Οι αριθμοί

Μέσα σε 168 χρόνια, δηλαδή από τις πρώτες εκλογές του 1844 και την αρχή του κοινοβουλευτισμού έως σήμερα, η Ελλάδα έχει ζήσει 62 βουλευτικές εκλογές. Στατιστικά αυτό σημαίνει πως κατά μέσο όρο η Ελλάδα έχει διεξάγει εκλογές κάθε 2,7 χρόνια περίπου. Μέσα στην ίδια περίοδο, η χώρα απέκτησε 189 κυβερνήσεις, εκ των οποίων οι 159 ήταν κοινοβουλευτικές (δηλαδή σχηματίστηκαν μετά τις πρώτες συνταγματικές εκλογές του 1844 και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού), οι 28 αναδείχθηκαν σε μη κοινοβουλευτικές περιόδους (όπως οι δικτατορίες και η Κατοχή) ή μεταβατικές περιόδους (όπως αμέσως μετά την Απελευθέρωση), ενώ οι πρώτες δύο ήταν «μεταβατικές», πριν τη διενέργεια των εκλογών του 1844. Πρόεδροι αυτών των κυβερνήσεων, δηλαδή πρωθυπουργοί, διετέλεσαν συνολικά 91 διαφορετικά πρόσωπα.

 

Ο «εξαρτημένος» κοινοβουλευτισμός

Οι τρεις πόλοι της εξάρτησης

 

Ας περάσουμε, όμως, τώρα στην ανάλυση της εξάρτησης του ελληνικού κοινοβουλευτισμού και στους παράγοντες εκείνους που τον κατέστησαν ως τέτοιο. Πρόκειται για εκείνους τους εξωκοινοβουλευτικούς παράγοντες που, εκμεταλλευόμενοι τις πρώιμες αδυναμίες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, απέκτησαν ισχυρά ερείσματα παρεμβατικότητας και συνετέλησαν τα μέγιστα στη διακοπτόμενη αυτή πορεία του. Οι τρεις πόλοι της εξάρτησης ήταν το Στέμμα, ο ξένος παράγοντας και ο Στρατός.

Το Στέμμα

Με ορισμένες εξαιρέσεις –η χαρακτηριστικότερη από αυτές ήταν η αρμονική και θετική συμβίωση του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Γεωργίου Α΄ κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων- το Στέμμα έπαιξε σχεδόν πάντοτε υπονομευτικό ρόλο απέναντι στον ελληνικό κοινοβουλευτισμό και την υγιή εξέλιξή του. Από την έλευση του πρώτου βασιλιά Όθωνα μέχρι τον τελευταίο, Κωνσταντίνο Β΄, το 1974, δηλαδή για μια περίοδο 142 ετών, το Στέμμα, ένας ξενόφερτος θεσμός, κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική ζωή. Από τον ελληνικό θρόνο πέρασαν επτά βασιλιάδες (Όθωνας, Γεώργιος Α’, Κωνσταντίνος Α’, Αλέξανδρος Α’, Γεώργιος Β’, Παύλος Α’ και Κωνσταντίνος Β’). Πέντε φορές αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν ή να εγκαταλείψουν την Ελλάδα (1862, 1917, 1922, 1923, 1967). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, από το 1832 έως και το 1974, είχε συμμετοχή, άμεση ή έμμεση, ο Στρατός, και μόνο για δέκα χρόνια (1924-1935) εγκαθιδρύθηκε αβασίλευτη δημοκρατία.

Με το Σύνταγμα του 1864, το οποίο βασιζόταν στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία διατυπωνόταν στο άρθρο 21, ξεκίνησε η περίοδος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας για την Ελλάδα. Από το 1867 και μέχρι το 1875, όταν και ο Γεώργιος Α΄ αποδέχθηκε την «αρχή της δεδηλωμένης», η πολιτική ζωή της χώρας χαρακτηρίστηκε από συνεχείς συγκρούσεις γύρω από τα κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα. Η πρόθεση του Γεωργίου Α΄ για αποδυνάμωση των πολιτικών κομμάτων και του κοινοβουλίου και για έλεγχο των κυβερνήσεων, καθώς και η επιδίωξη του πρωθυπουργού Βούλγαρη για ανεξέλεγκτη εξουσία χωρίς σεβασμό στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς όξυναν την πολιτική κατάσταση, οδήγησαν σε ρήξη τα κόμματα και τελικά προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις στους κόλπους της κοινωνίας.

Το κλίμα πολιτικού εκτροχιασμού θα αναταράξει ο Χαρίλαος Τρικούπης με το ιστορικό άρθρο «Τις Πταίει». Θα αποδώσει ευθύνες ευθέως στους βασιλείς, τον Όθωνα και τον Γεώργιο και θα προβάλει ως όρο και βασική προϋπόθεση του σχηματισμού κυβέρνησης τη «δεδηλωμένη της Βουλής».

Στις 29 Ιουνίου 1874, έξι μέρες μετά τις εκλογές εκείνου του έτους, δημοσιεύθηκε ανώνυμα στην εφημερίδα Καιροί το ιστορικό άρθρο του Τρικούπη με το τίτλο «Τις πταίει;». Στη σημαντική αυτή παρέμβασή του, ο Τρικούπης στηλίτευε τις εκλογικές και πολιτικές αθλιότητες και απέδιδε ευθύνες στον βασιλιά. Ο Τρικούπης πρότεινε ως λύση την ουσιαστική πολιτική και συνταγματική εφαρμογή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την ανάδειξη των κυβερνήσεων: «Ίνα επέλθη θεραπεία πρέπει να γίνη ειλικρινώς αποδεκτή η θεμελιώδης αρχή της κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως, ότι τα υπουργεία (εδώ ως υπουργεία εννοεί τις κυβερνήσεις) λαμβάνονται εκ της πλειονοψηφίας της Βουλής. Ενόσω η βασιλεία προσφέρει την εξουσίαν, την διάλυσιν και τας επεμβάσεις ως βραβείον εις τας εν τη βουλή μειονοψηφίας, θα πολλαπλασιάζονται επ’ άπειρον οι μνηστήρες της αρχής».

Ο βασιλιάς Γεώργιος ενοχλήθηκε από τη παρέμβαση του Τρικούπη, καθώς και από το αναδυόμενο πολιτικό άστρο του Μεσολογγίτη πολιτικού, αλλά ήταν αρκετά ευέλικτος όταν επρόκειτο για τη διάσωση του θρόνου του. Έτσι, στην ομιλία του Θρόνου, την οποία εκφώνησε στην Παλαιά Βουλή κατά την έναρξη των εργασιών του κοινοβουλίου στις 11 Αυγούστου 1875 -μια ομιλία που είχε συντάξει ο ίδιος ο Τρικούπης- ο βασιλιάς αποδέχθηκε για πρώτη φορά την «Αρχή της Δεδηλωμένης».

Η αποδοχή της Αρχής της Δεδηλωμένης δεν σήμαινε, βέβαια, σε καμία περίπτωση πως είχαν λυθεί τα προβλήματα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Το πρώτο και σημαντικότερο ρήγμα στην απόλυτη εφαρμογή της «δεδηλωμένης» αφορούσε το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Πρώτος άνοιξε το θέμα ο μεγάλος αντίπαλος του Τρικούπη, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης. Υποστήριξε ότι ο βασιλιάς θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα ανάθεσης της διάλυσης της Βουλής είτε στο σχετικώς πλειοψηφούν κόμμα είτε εις «άχρουν υπουργείον» (κυβέρνηση). Το επιχείρημά του ήταν ότι ο περιορισμός του δικαιώματος διάλυσης της Βουλής στην πλειοψηφία θα οδηγούσε σε «κοινοβουλευτικήν τυρρανίαν».

Η χρεοκοπία του 1893, η στρατιωτική ήττα από την Τουρκία το 1897 και η ακόλουθη επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, οδήγησαν στην κατάρρευση του δικομματικού συστήματος και της πολιτικής σταθερότητας που αποτελούσε, κυρίως, επίτευγμα του Τρικούπη.Μέσα σε αυτή τη νέα ρευστή και ασταθή κατάσταση, ο κοινοβουλευτισμός εξήλθε τραυματισμένος. Το 1900, ο διάδοχος Κωνσταντίνος Α΄ ανέλαβε τη διοίκηση του Στρατού και σύντομα γύρω του μαζεύτηκαν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιωάννης Μεταξάς στο προσωπικό του ημερολόγιο, «εκείνοι οι οποίοι υποφέραντες, είτε αμέσως είτε εμμέσως, είτε πολύ είτε ολίγον, εκ του ακράτου Κοινοβουλευτισμού, τον απεστράφησαν και ζητούν να καταφύγουν εις την Μοναρχίαν. Και ούτοι είναι πολλοί...». Ο Μεταξάς θεωρούσε τον Κωνσταντίνο ως «το κέντρον όλων των στοιχείων των σταθερών, τίμιων αποφασιστικών, των εχόντων χαρακτήρα, τα οποία ήδη διεσπαρμένα τήδε κακείσε, πνίγονται εις το πέλαγος της ελληνικής κοινοβουλευτικής σαπρίας».

Η δολοφονία του Γεωργίου Α΄ στη Θεσσαλονική το 1913 και η διαδοχή του από τον Κωνσταντίνο Α΄ αποτέλεσε την έναρξη της προσπάθειας ανάκτησης της κεντρικής πολιτικής ισχύος από το Στέμμα, γεγονός που οδήγησε στον εθνικό διχασμό και την εξουθένωση των πολιτικών κομμάτων.

Το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935, που επανέφερε το βασιλιά (ο Κωνσταντίνος είχε πεθάνει, και τον είχε διαδεχθεί ο Γεώργιος Β΄) ήταν απροκάλυπτα νόθο.Το 1936, οΜεταξάς «αξιοποίησε»τιςπροθέσειςτουβασιλιάΓεωργίουΒ΄,οοποίοςσυνειδητάυπονόμευσετιςπροσπάθειεςτωνκομμάτωνγιακοινοβουλευτικήκυβέρνηση, διότιπίστευεότιμόνομεελεγχόμενηαπόταΑνάκτοραδικτατορίαθαεδραίωνετοθρόνο, οοποίοςβασίζοντανστονόθοδημοψήφισμα. Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός είχε δεχθεί ένα ακόμα σοβαρότατο πλήγμα.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, η ανάρρηση στο θρόνο του Παύλου Α’ (1η Απριλίου, 1947), συνέπεσε με τη διαδοχή των Βρετανών από τους Αμερικάνους στον έλεγχο της χώρας. Το βασιλικό ζεύγος επρόκειτο να εμπλακεί άμεσα στις πολιτικές εξελίξεις.

Καθοριστικός επρόκειτο να είναι και ο ρόλος του Κωνσταντίνου Β’, ο οποίος θα διαδεχθεί τον πατέρα του στις 6 Μαρτίου 1964 μέχρι και τον Ιούνιο του 1973. Ο Κωνσταντίνος θα καταστεί βασικός υπεύθυνος της μεγάλης πολιτικής κρίσης του Ιουλίου του 1965, όταν εξανάγκασε τον πρωθυπουργό του 53% Γεώργιο Παπανδρέου σε παραίτηση, οδήγησε τη χώρα σε πολιτικό αδιέξοδο και άνοιξε το δρόμο για τη χούντα των Συνταγματαρχών. Ειρωνικά, αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε και το τέλος του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα. Με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου, 1974, θα σφραγιστεί το τέλος του Στέμματος στην Ελλάδα.

Ο ξένος παράγοντας

Παρών σε όλα σχεδόν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και ο ξένος παράγοντας. Πρώτα με τις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και τους πρέσβεις τους κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής και της οθωνικής περιόδου, μετά με την αγγλογαλλική οικονομικο-στρατιωτική επιρροή και τον παρασκηνιακό διπλωματικό ρόλο της Γερμανίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ύστερα με την ενίσχυση της αγγλικής, της γαλλικής και της γερμανικής στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής κατά τα χρόνια του Εθνικού Διχασμού και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ήττα της Γερμανίας έφερε την Ελλάδα στο δυτικό «στρατόπεδο» και υπό την επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας. Το Λονδίνο θεωρούσε πλέον την Ελλάδα ως ζωτικό κρίκο για την προάσπιση των γεωπολιτικών του συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, καθώς και ως την πρώτη γραμμή άμυνας νοτίως των Βαλκανίων που βρίσκονταν υπό την σοβιετική επιρροή. Η δραστική παρέμβαση των Βρετανών στα Δκεμεβριανά στην Αθήνα, απέδειξε πως η Μεγάλη Βρετανία δεν σκόπευε να δώσει περιθώρια στους Έλληνες κομμουνιστές διακδίκησης της εξουσίας. Από τον Φεβρουάριο του 1945, αμέσως μετά τη Βάρκιζα δηλαδή, η Βρετανία αντιμετώπιζε την Ελλάδα ως κατακτημένη χώρα της οποίας η κυριαρχία βρισκόταν σε αναστολή.

Τον Φεβρουάριο, 1947, το Λονδίνο, που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, δημοσιοποίησε τις προθέσεις του να αποχωρήσει από την Ελλάδα. Στις 24 Φεβρουαρίου, η βρετανική πρεσβεία επιβεβαίωσε την άμεση απόσυρση της μισής της δύναμης, ενώ την ίδια μέρα ο Βρετανός πρέσβης στην Ουάσιγκτον Λόρδος Ισβερντσάπελ ενημέρωσε τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Τζόρτζ Μάρσαλ πως την 1η Απριλίου η αγγλική ευθύνη για την Ελλάδα θα τερματιζόταν. Ωστόσο, η Αμερική είχε ήδη προσανατολιστεί στην άμεση εμπλοκή της στην Ελλάδα. Ο «αμερικανικός παράγοντας» αποτέλεσε το καταλύτη για τις πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα για ολόκληρη την περίοδο την οποία έχω χαρακτηρίσει ως «εξαρτημένη δημοκρατία», δηλαδή από τον Εμφύλιο έως και το 1974. Ως το πρώτο στρατιωτικό πεδίο σύγκρουσης του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα κατέστη ένα ‘ιδανικό’ έδαφος εφαρμογής της διαμορφούμενης ψυχροπολεμικής στρατηγικής της Ουάσιγκτον.

Αν το Δόγμα Τρούμαν αποτέλεσε το βασικό περίγραμμα της ψυχροπολεμικής στρατηγικής των ΗΠΑ και το Σχέδιο Μάρσαλ την ειδικότερη πτυχή –οικονομική κυρίως αλλά προφανώς και πολιτική- της αμερικανικής στρατηγικής, παράλληλα η Ουάσιγκτον επιχείρησε να προωθήσει την πολιτική της στην Ελλάδα με όρους όχι μόνο πολιτικής και οικονομίας, αλλά και με ιδεολογικούς, ιστορικούς, ακόμη και συμβολικούς.

Ο ίδιος ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρσαλ, είχε εξάλλου καθορίσει με σαφήνεια το στρατηγικό πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα, καθώς και την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον σε μια ομιλία του τον Μάρτιο του ίδιου έτους: «Μια ματιά στο χάρτη αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα καλύπτει την ανατολική Μεσόγειο. Αν η Ελλάδα βρεθεί υπό τον έλεγχο μιας μειονότητας της οποίας στόχος είναι να τη φέρουν στη σφαίρα επιρροής του απολυταρχισμού, η επίδραση στη γειτονική Τουρκία, που στέκει εμπόδιο στις φιλοδοξίες κάθε δύναμης που καλοβλέπει τα πλούσια κοιτάσματα της Εγγύς Ανατολής, θα είναι ιδιαίτερα σοβαρή […] Αν εμείς δείξουμε αδυναμία σε αυτή τη ζωτική περιοχή, τότε οι επιπτώσεις θα είναι ανυπολόγιστες», κατέληξε ο Μάρσαλ, με μια φράση που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας για την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον να παρέμβει άμεσα και πειστικά, αρχικά στο ελληνικό ζήτημα και στη συνέχεια στην εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας.

Ειδικότερα, η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα εξελίχθηκε σε έναν ισχυρό πόλο άσκησης πολιτικής και παρέμβασης στην ελληνική πολιτική σκηνή. Άλλοτε διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στο Στρατό, το Στέμμα και τις αστικές πολιτικές παρατάξεις, και άλλοτε ανατρέποντάς τες (συνήθως με διάφορες μορφές πιέσεως, εκ των οποίων η αποτελεσματικότερη η έμμεση, αλλά και κάποιες μορφές άμεση, απειλή διακοπής της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας), η αμερικανική πρεσβεία επέβαλε κατά καιρούς εκλογικά συστήματα, αρχηγούς κομμάτων, ακόμη και κυβερνήσεις.

 

Ο Στρατός

Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, η ελληνική πολιτική ζωή σφραγίστηκε από μια σειρά στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Δεν ήταν, ωστόσο, όλα της ίδιας σημασίας ή χαρακτήρα. Το πρώτο, το Κίνημα στο Γουδί το 1909, ήταν ίσως το σημαντικότερο καθώς η πρόσκληση του Ελευθερίου Βενιζέλου από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος, καθόρισε πολλαπλώς τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία. Το κίνημα του 1909 έχει αποτιμηθεί, ως επί το πλείστον, με θετικό τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Εθνικός Διχασμός, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας (1916).

Αμέσως μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και την καταστροφή της Σμύρνης, συμβαίνουν δύο γεγονότα που αποτελούν το κλειδί για μια πρώτη ερμηνεία των μετέπειτα πολιτικών εξελίξεων. Το πρώτο ήταν η ανατροπή της κυβέρνησης από το Στρατιωτικό Κίνημα των Νικολάου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά, που ουσιαστικά αποτέλεσε την πρώτη φορά στη νεότερη ελληνική ιστορία που ο Στρατός ανέλαβε την εξουσία. Στις δύο προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις, το 1909 και το 1916, η εξουσία είχε περάσει στα χέρια των πολιτικών. Το 1922 αυτό το μοτίβο άλλαξε, με σημαντικές παρενέργειες για τη μετέπειτα πολιτική ζωή της χώρας. Το δεύτερο γεγονός ήταν η Δίκη των Έξι, που πέρα από όλες τις άλλες τρομερές διαστάσεις της, αποτέλεσε και μια προσπάθεια από την πλευρά των στρατιωτικών της μεταβίβασης των ευθυνών της Μικρασιατικής Καταστροφής στους πολιτικούς.

Από εκείνο το σημείο και μετά, οι στρατιωτικές επεμβάσεις εισέρχονται για τα καλά στην πολιτική ζωή της χώρας. Τον Οκτώβριο του 1923 πραγματοποιήθηκε το αποτυχημένο κίνημα των Λεοναρδόπουλου, Γαργαλίδη και Ζήρα. Ακολουθούσαν μια σειρά από αποτυχημένα πραξικοπήματα, ανταρσίες και συνομωσίες από βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς αξιωματικούς και τον Ιούνιο του 1925 εκδηλώθηκε το κίνημα του Πάγκαλου που οδήγησε στην δικτατορία του. Το ίδιο έτος έγιναν απόπειρες ανατροπής του Πάγκαλου από τον Πλαστήρα και άλλους αξιωματικούς. Τον Άυγουστο του 1926 ο Κονδύλης, με την υποστήριξη των Ζέρβα και Δερτιλή, ανέτρεψαν τον Πάγκαλο. Τον Ιούνιο του 1932 ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου αποκάλυψε την ύπαρξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου που υπό τον στρατηγό ΑλέξανδροΟθωναίο απειλούσε με πραξικόπημα σε περίπτωση μη αναγνώρισης από το Λαϊκό Κόμμα της Δημοκρατίας, ενώ τον Μάρτιο του 1933 ακολούθησε το αποτυχημένο κίνημα του Πλαστήρα. Δύο χρόνια αργότερα, την 1η Μαρτίου του 1935 πραγματοποιήθηκε ένα ακόμη αποτυχημένο κίνημα κατά του Λαϊκού Κόμματος.

Η περίοδος αυτή της έντονης και άμεσης παρεμβατικότητας του Στρατού στην πολιτική κορυφώθηκε με την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας τον Αύγουστο του 1936.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1949, ο Στρατός εξήλθε από τον Εμφύλιο πολλαπλώς ενισχυμένος μετά τη στρατιωτική ήττα των Ελλήνων κομμουνιστών. Ιδιαίτερα, σε συνδυασμό με την καθοριστική συμβολή των Αμερικάνων στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των κομμουνιστών.

Η άμεση μετεμφυλιακή εμπλοκή του Στρατού στα ελληνικά πολιτικά πράγματα κορυφώθηκε με την άνοδο στην εξουσία και την πολιτική κυριαρχία του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου το 1952.

Η έμμεση εμπλοκή και άκρως επικίνδυνη ήταν η παρασκηνιακή και συνωμοτική δράση στρατιωτικών ομάδων, όπως ο ΙΔΕΑ και ο ΕΕΝΑ, που ήλεγχαν τις Ένοπλες Δυνάμεις, συνδέονταν με τα Ανάκτορα, διατηρούσαν διαύλους επικοινωνίας με τα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων στην Ελλάδα και που ως απώτερο στόχο είχαν τον περιορισμό της απρόσκοπτης κοινοβουλευτικής λειτουργίας.

Τα Ιουλιανά

Οι τρεις αυτοί πόλοι εξωκοινοβουλευτικής ισχύος, το Στέμμα, ο Στρατός και ο αμερικανικός παράγοντας, δημιούργησαν ένα πλέγμα εξουσίας που διατήρησε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό υπό την, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη επιρροή τους, καθιστώντας τον άμεσα και έμμεσα εξαρτημένο από τα κέντρα λήψης αποφάσεων: την αμερικανική πρεσβεία, το Γενικό Επιτελείο Στρατού και το Παλάτι.

Τον Ιούλιο του 1965, οι δυναμικές των τριών αυτών εξωκοινοβουλευτικών συνιστώσεων έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, προκαλώντας τη σημαντικότερη μεταπολεμική πολιτική κρίση και τη σύγκρουση κορυφής ανάμεσα στον εκλεγμένο πρωθυπουργό (με 53%) και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β. Το αποτέλεσμα ήταν η παρασκηνιακή ανατροπή της κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, η όξυνση του πολιτικού κλίματος, η ένταση των εξωκοινοβουλευτικών απειλών από το παρακράτος και τις στρατιωτικές συνωμοτικές οργανώσεις. Η διετής σχεδόν πολιτική κρίση δεν έληξε με τις προκηρυσσόμενες εκλογές για τον Μάιο του 1967, αλλά με το στρατιωτικό πραξικόπημα του Απριλίου του 1967. Έτσι, ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός έμπαινε για ακόμη μια φορά «στον πάγο» και θα έπρεπε να περάσουν επτά χρόνια, μέχρι την πτώση της χούντας και την αρχή της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, την περίοδο που έχουμε ονομάσει ως Μεταπολίτευση.

 

Μέρος Β

Ο ρόλος των κομμάτων

Πριν περάσουμε, όμως, σε αυτή τη τελευταία περίοδο, την Μεταπολίτευση, θεωρώ χρήσιμο να αναλύσουμε τον κρίσιμο ρόλο των πολιτικών κομμάτων έως και το 1965. Εκτιμώ πως οι διαχρονικές αδυναμίες των πολιτικών κομμάτων, τις οποίες θα καταδείξω στη συνέχεια, ήταν εκείνες που σε μεγάλο βαθμό συνετέλεσαν στον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού και στη διόγκωση των παθογενειών του. Εξάλλου, τα πολιτικά κόμματα αποτελούν τον πυρήνα του κοινοβουλευτικού συστήματος, και είναι σαφές πως οι όποιες αδυναμίες τους αυτόματα αντανακλώνται στο σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Ας ρίξουμε, όμως, μια σύντομη ματιά στο πως γεννήθηκαν τα πολιτικά κόμματα και στη σταδιακή εξελίξη των δομών και αδυναμιών τους. Η αρχική διαμόρφωση των πολιτικών ρευμάτων που αργότερα θα μετεξελίσσονταν στα πολιτικά κόμματα, βρίσκεται στα χρόνια του Επαναστατικού Αγώνα. Ήταν τότε που αυτά τα ρεύματα άρχισαν να διαμορφώνονται με βάση τον προσανατολισμό προς κάθε μια από τις Μεγάλες Δυνάμεις (το αγγλικό, το γαλλικό και το ρώσικο κόμμα), διατηρώντας όμως παράλληλα το φατριακά χαρακτηριστικά τους.Αμέσως μετά, η περίοδος Καποδίστρια (1828 – 1831) ήταν εκείνη κατά την οποία τα πολιτικά αυτά ρεύματα απέκτησαν κάπως πιο σαφή και ομαδοποιημένα χαρακτηριστικά, κυρίως όσον αφορά στα κεντρικά ζητήματα γύρω από τα οποία θα επικεντρωνόταν τα επόμενα χρόνιαη πολιτική διένεξη των κομμάτων: τα εθνικά και τα εσωτερικά ζητήματα. Κι αυτό γιατί με την κατάκτηση της Ανεξαρτησίας, οι διάφοροι προύχοντες, οι ξενόφερτοι και οι στρατιωτικοί εντάχθηκαν σε αυτές τις πολιτικές συμμαχίες που, έχοντας ως αρχική βάση τους τις πελατειακές σχέσεις και την ξενική επιρροή, άρχισαν παράλληλα να εμφανίζουν και τα πρώτα ψήγματα πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων. Ωστόσο, ο συγκεντρωτική πολιτική του Καποδίστρια τον έφερε σε ευθεία ρήξη με τα κόμματα, και κυρίως το αγγλικό και το γαλλικό.

Μετά το τραγικό τέλος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας και τον ερχομό του Όθωνα, η χώρα πέρασε σε μια περίοδο απολυταρχικής διακυβέρνησης. Όπως ο Καποδίστριας, έτσι και η Αντιβασιλεία, κατά την πρώτη περίοδο της οθωνικής περιόδου, μέχρι δηλαδή το 1835, επεδίωκε την αποδυνάμωση των κομμάτων. Η περίοδος της Αντιβασιλείας χαρακτηρίστηκε από μια συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στο ηγεμονικό κράτος των Βαυαρών και τα τρία ξενικά κόμματα, σχέση που έφερε τα κόμματα στο προσκήνιο του αντιπολιτευτικού αγώνα απέναντι στην Αντιβασιλεία.

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου μετάλλαξε ακόμη μια φορά, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, την πολιτική ζωή της χώρας, φέρνοντας το πρώτο Σύνταγμα με το οποίο η Ελλάδα πέρασε από την περίοδο της Απόλυτης Μοναρχίας σε εκείνην της Συνταγματικής Μοναρχίας.Ταυτόχρονα με την έναρξη της περιόδου της Συνταγματικής Μοναρχίας, μια νέα εποχή ξεκίνησε για τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα. Παρατηρεί σχετικά ο Γκούναρ Χέρινγκ στο βιβλίο του «Τα πολιτικά κόμματα της Ελλάδας» πως «οι αντιπαραθέσεις για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής μετά το 1843, όπως και οι δυνατότητες της Ελλάδας στην εξωτερική πολιτική εκείνης της περιόδου έδειξαν ότι το περιεχόμενο των πολιτικών διχογνωμιών μεταβαλλόταν, ξεπερνώντας την ικανότητα προσαρμογής των κομμάτων».

Πράγματι, τα τρία ξενικά κόμματα δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται. Ο Όθωνας, παρά την παροχή Συντάγματος, εξακολουθούσε να παραμένει εχθρικός απέναντι στην συνταγματική διαδικασία και τα πολιτικά κόμματα και συνέχισε να επηρεάζει τη τύχη της εκάστοτε κυβέρνησης, ενώ καιοι κυβερνήσεις, όπως εκείνη του Κωλέττη, εξέθρεψαν σε μεγάλο βαθμό τις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα που παραθέτει ο Βλαχογιάννης στην Ιστορική Ανθολογία του (1927)για το τρόπο με τον οποίο δικαιολογούσε αυτές τις πελατειακές σχέσεις ο αρχηγός του γαλλικού κόμματος: «Όταν έρχονται και μας γυρεύουν το διορισμό στο αξίωμα του προξένου ενός αγράμματου, που δεν ξέρει καλά-καλά ούτε ελληνικά, γιατί είναι αρβανιτόγλωσσος, και τους εξηγάς τους λόγους που το πράμα αυτό δε γίνεται, δεν πρέπει να γίνη, κι αυτοί επιμένουν, τότε τί να κάμω; Τους τάζω και το φεγγάρι ακόμα. Μα και τ’ άστρα να μου γυρέψουν κι αυτά τους τα δίνω».Παράλληλα, οι εκλογές θα χαρακτηρίζονταν από εκτεταμένη νοθεία αλλά και βία.Η απροκάλυπτη επέμβαση των Αγγλογάλλων την περίοδο 1854-1857 εξόργισαν το λαό και αποτέλεσαν τη χαριστική βολή για τα ξενικά κόμματα.

Μετά την έξωση του Όθωνα, στην Β’ Εθνοσυνέλευση της 10ης Δεκεμβρίου 1862εμφανίστηκε ένας νέοςκομματικός χάρτης σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό, καθώς από εκείνο το σημείο και μετά, η δραστηριότητα των κομμάτων άρχισε να λειτουργεί μέσα από τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες. Στην Βουλή εμφανίστηκαν δύο βασικά πολιτικά κόμματα-ρεύματα: οι Πεδινοί υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον Μπενιζέλο Ρούφοκαι οι Ορεινοί υπό τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τον Δημήτριο Γρίβα. Παράλληλα, εκείνη η περίοδος υπήρξε και η απαρχή της  οργάνωσης των κομμάτων στην ελληνική περιφέρεια, καθώς για πρώτη φορά, σύμφωνα με ένα νέο κυβερνητικό διάταγμα, η εποπτεία της εκλογικής διαδικασίας δεν θα ήταν πλέον ευθύνη μόνο υπηρεσιακών επιτροπών, αλλά και επιτροπών που θα αποτελούνταν από διορισμένους εντεταλμένους των κομμάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός δικτύου κομματικών αντιπροσώπων και στελεχών για τις ανάγκες κάθε εκλογικής περιφέρειας, δηλαδή για κάθε εκλογικό κέντρο που υπήρχε στις πόλεις και τα χωριά. Αυτή η οργάνωση των κομμάτων θα γινόταν ακόμη πιο αναγκαία μετά το 1865 και την έναρξη της ψηφοφορίας με τη μέθοδο του σφαιριδίου. Μια μέθοδος που προϋπέθετε την παρουσία αντιπροσώπων σε όλα τα εκλογικά κέντρα και έτσι αύξανε την ανάγκη στελέχωσης των κομμάτων σε ολόκληρη την περιφέρεια.

Με το Σύνταγμα του 1864, το οποίο βασιζόταν στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία διατυπωνόταν στο άρθρο 21, ξεκίνησε η περίοδος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας για την Ελλάδα. Ταυτόχρονα άλλαξε και πάλι ο κομματικός χάρτης αφού οι προηγούμενοι σχηματισμοί αποδυναμώθηκαν και εξαφανίστηκαν με τη διάλυση της Συντακτικής Βουλής του 1864 και νέοι σχηματισμοί ξεπήδησαν μέσα από αυτούς.

Αρχικά δημιουργήθηκαν τέσσερα κόμματα και λίγο αργότερα δημιουργήθηκε και το πέμπτο κόμμα, του οποίου επρόκειτο να ηγηθεί ο Χαρίλαος Τρικούπης. Τα πρώτα τέσσερα κόμματα ήταν: το κόμμα του Δημητρίου Βούλγαρη, οι βουλευτές του οποίου προέρχονταν από το κόμμα των Πεδινών, το κόμμα του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, του οποίου οι περισσότεροι βουλευτές είχαν προέλθει από το κόμμα των Ορεινών, το κόμμα του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, προερχόμενο από το Εθνικό Κομιτάτο και το κόμμα του Θρασύβουλου Ζαΐμη. Τα παραπάνω κόμματα ήταν όλα προσωπαγή και έφεραν ως ονομασία το επώνυμο του αρχηγού τους, όμως πολύ συχνά ο λαός και οι εφημερίδες χρησιμοποιούσαν ειρωνικά άλλες επωνυμίες, κυρίως για τα τρία μεγαλύτερα κόμματα. Έτσι, το κόμμα του Βούλγαρη ονομαζόταν και κόμμα των «τζουμπέδων», λόγω της αμφίεσης του Υδραίου πολιτικού, ο οποίος φορούσε το χαρακτηριστικό υδραίικο πανοφώρι με γούνινο καπέλο, τον τζουμπέ. Το κόμμα του Κουμουνδούρου ονομαζόταν και κόμμα «μη χάνεσαι» από τη φράση που συχνά χρησιμοποιούσε ο αρχηγός του και το κόμμα του Δεληγεώργη λεγόταν και «κοιλιακοί» λόγω των παροχών που έδιναν στους ψηφοφόρους τους.

Αναφορικά με τη δομή και τη λειτουργία τους, τον πρώτο λόγο είχαν οι αρχηγοί τους. Όμως και οι βουλευτές είχαν πια αποκτήσει ισχύ μέσα από τους κομματικούς μηχανισμούς, ακόμη και απέναντι στον εκάστοτε αρχηγό. Κι αυτό γιατί πλέον ο βουλευτής, λόγω των συχνότερων επισκέψεών του στην περιφέρεια, είχε αμεσότερη επαφή με τους ψηφοφόρους της εκλογικής του περιφέρειας από ότι είχε ο κάθε αρχηγός.

Αυτό που χαρακτήριζε περισσότερο τα κόμματα εκείνης της περιόδου ήταν η αντιπαράθεσή τους για την κατάκτηση της εξουσίας που κινούνταν και επηρεαζόταν κυρίως από την πρόθεση του Γεωργίου Α΄ να έχει ενεργή συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξεις, γεγονός που επέκτεινε την αντιπαράθεση των κομμάτων στο πεδίο της ερμηνείας του Συντάγματος και εντός του πλαισίου της τριπλέτας στέμμα – κυβέρνηση – κοινοβούλιο.

Η πρόθεση του Γεωργίου Α΄ για αποδυνάμωση των κομμάτων και του κοινοβουλίου και για έλεγχο των κυβερνήσεων, καθώς και η επιδίωξη του Βούλγαρη για ανεξέλεγκτη εξουσία χωρίς σεβασμό στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς όξυναν την πολιτική κατάσταση, οδήγησαν σε ρήξη τα κόμματα και τελικά προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις στους κόλπους της κοινωνίας.

Μέσα σε αυτή την έντονη πολιτικά περίοδο γεννήθηκε και εμφανίστηκε στο προσκήνιο το 1872 το Πέμπτο κόμμα, το μετέπειτα τρικουπικό. Ηγέτες του νέου κόμματος ήταν ο Επτανήσιος Κωνσταντίνος Λομβάρδος, ο τραπεζίτης Ευθύμιος Κεχαγιάς και λίγο αργότερα προστέθηκε και ο ανεξάρτητος τότε και πρώην υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου Χαρίλαος Τρικούπης, όλοι τους πολιτικοί που είχαν αποφασίσει να αποχωρήσουν από τα παλαιά κόμματα. Σύντομα ο Τρικούπης εξελίχθηκε σε αρχηγό του κόμματος και έτσι το κόμμα πήρε την ονομασία τρικουπικό. Στην ιδεολογία του Πέμπτου ή Τρικουπικού κόμματος ή Νεωτερικού κυριαρχούσαν η συνταγματική τάξη, το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης και ο εκσυγχρονισμός της χώρας σύμφωνα με τα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών κρατών.

Ο πρώτος ελληνικός δικομματισμός

Ο Τρικούπης είχε θέσει ως προτεραιότητά του τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτικής ζωής και την ομαλή λειτουργία της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο Τρικούπης θεωρούσε τον δικομματισμό ως το μέσο επίτευξης του εκσυγχρονισμού του κοινοβουλευτισμού, όπως άλλωστε είχε γράψει και σε άρθρο του στην «’Ωρα» στις 10 Νοεμβρίου 1875: «Η ελευθέρα λειτουργία της Βουλής θέλει μετατρέψει τα κόμματα από προσωπικών εις πραγματικά, από πολλών εις δύο».

Ο δεύτερος πυλώνας της εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας του Τρικούπη, που συνδέονταν απόλυτα με τη μη προσωπαγή οργάνωση των κομμάτων, ήταν η επιδίωξη του «σπασίματος» του «πελατειακού» συστήματος που κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με τον Τρικούπη, αυτό θα επιτυγχάνονταν μόνο με την επίτευξη ενός καίριου κτυπήματος κατά της «βουλευτοκρατίας», χτύπημα το οποίο θα έσπαζε την αμφίδρομη σχέση εξάρτησης του βουλευτή με τους ψηφοφόρους του, αλλά και την εξάρτηση των κρατικών υπαλλήλων από τον κάθε βουλευτή. Αυτό προσπάθησε να το πραγματώσει η κυβέρνηση Τρικούπη με δύο βασικές μεταρρυθμίσεις: τη διεύρυνση των εκλογικών περιφερειών και τη μείωση των αριθμών των βουλευτών από 245 στο ελάχιστο συνταγματικό όριο των 150 βουλευτών.

Αντίπαλο δέος του τρικουπικού/Νεωτερικού κόμματος στον πρώτο ελληνικό δικομματισμό ήταν η συνέχεια του κουμουνδουρικού κόμματος, το οποίο το 1884, όταν ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης εδραιώθηκε στην ηγεσία του, ονομάστηκε Δηλιγιαννικό ή Εθνικό κόμμα. Στον πυρήνα της ιδεολογίας και των θέσεων του Εθνικού Κόμματος - που απέκτησε σύντομα ισχύ λόγω της αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας που είχε προκαλέσει η οικονομική πολιτική του Τρικούπη - βρισκόταν η απόρριψη του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος του Τρικούπη. Παράλληλα, το Εθνικό Κόμμα ήταν αντίθετο και στις πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Νεωτερικού, ειδικότερα όσον αφορά στην εφαρμογή της ευρείας εκλογική περιφέρειας, που θεωρούσε πως θα απομάκρυνε τους ψηφοφόρους από τους πολιτικούς και θα οδηγούσε στην αποξένωση και την αδιαφορία τους. Αυτό, δηλαδή, που το Νεωτερικό κόμμα θεωρούσε ως πηγή διαφθοράς, το Εθνικό κόμμα το έβλεπε ως ρήγμα των παραδοσιακών σχέσεων ανάμεσα στους ψηφοφόρους και το πολιτικό προσωπικό.

Οι ιδιαίτερα δυσχερείς, όμως, εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες, που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893, αποτέλεσαν σημαντική και τελικά αξεπέραστη δοκιμασία και για τα δύο κόμματα και τον πρώτο ελληνικό δικομματισμό. Οι εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες των δύο κομμάτων, η εκσυγχρονιστική του Νεωτερικού και η νεοσυντηρητική του Εθνικού, εξαντλήθηκαν και τελικά κατέρρευσαν μπροστά στις πολυσύνθετες επιπτώσεις της οικονομικής χρεοκοπίας.

Η εμφάνιση του Ελευθερίου Βενιζέλου

Στις 15 Αυγούστου, 1909, ξέσπασε το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδή. Ένα κίνημα – αντίδραση, με ασαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά και θολούς στόχους, που όμως έφερε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην Ελλάδα. Με την άφιξη του Κρητικού πολιτικού στην Αθήνα, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1909, ξεκίνησε μια νέα εποχή για την πολιτική ζωή της Ελλάδας, η εποχή του Βενιζέλου και του κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο Βενιζέλος προχώρησε στην ίδρυση του Κόμματος των Φιλελευθέρων μετά τις εκλογές του Αυγούστου του 1910. Στον πυρήνα του προγράμματος του Κόμματος των Φιλελευθέρων ήταν ο διπλός στόχος της ανόρθωσης και της αποτελεσματικότητας του πολιτικού συστήματος.

Όσον αφορά την οργάνωση του κόμματος, οι Φιλελεύθεροι προχώρησαν σε μια καινοτομία για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, ιδρύοντας Λέσχες στα πρότυπα των αγγλικών κομμάτων. Οι Λέσχες συνετέλεσαν ώστε οι Φιλελεύθεροι να αποκτήσουν μια ισχυρή και εκτεταμένη οργανωτική βάση, με μέλη που πλήρωναν συνδρομή και είχαν συγκεκριμένα κομματικά καθήκοντα. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Δαφνή, το κόμμα των Φιλελευθέρων «δικαιούται της αναγνωρήσεως ότι υπήρξε το πρώτον κόμμα το οποίον διέθετε κομματικόν μηχανισμόν αποτελεσματικόν».

Ωστόσο, ο ίδιος ο Βενιζέλος, χρόνια αργότερα, θεωρούσε πως είχε αποτύχει στην οργάνωση του κόμματος. Αποκαλυπτικό των σκέψεων του για το κόμμα και την οργάνωσή του, είναι μια ομιλία του σε μια συνεδρίαση στην Λέσχη των Φιλελευθέρων στην Αθήνα, τον 1η Φεβρουαρίου του 1930. Σε αυτή την ομιλία ο Βενιζέλος παραδέχθηκε τις δικές του παραλείψεις και αδυναμίες απέναντι στο κόμμα: «Έχω και εγώ τα προσωπικά μου και ο προσωπικότερους ούτος λόγος είναι η συναίσθησις ότι αν, χωρίς μετριοφροσύνην, είμαι ακόμη καλός Αρχηγός Κόμματος, πιστεύω όμως, αληθώς, ότι είμαι πολύ κακός Αρχηγός Κόμματος […] Εννοείτε πολύ καλά ότι εάν δεν είσθε οργανωμένοι κατ’ αυτήν την στιγμήν θα διαλυθείτε φύλλα-φτερά. Θα ειπήτε: τι πειράζει; Τα κόμματα είναι αι μεγάλαι δυνάμεις, αι οποίαι είναι απαραίτητοι δια την Κυβέρνησιν ελευθέρων λαών. Δεν ημπορεί να διοικηθεί με ελεύθερον πολίτευμα μια χώρα εάν δεν έχει οργανωμένα πολιτικά Κόμματα».

Η περίοδος που ξεκίνησε το 1910 με τον ερχομό του Βενιζέλου, μια περίοδος που θεωρείται ως η πρώτη ουσιαστικά εμφάνιση της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα και η οποία εξέθρεψε ελπίδες για την εδραίωση του ομαλού κοινοβουλευτικού βίου στη χώρα, επρόκειτο να κλείσει με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο. Την ακύρωση του κοινοβουλευτισμού και την επιβολή της δικτατορίας. Η διάψευση των ελπίδων ήλθε σταδιακά.

Μέσα στη δίνη του Εθνικού Διχασμού, δίνοντας, στις 9 Μαρτίου 1915, στον ανεξάρτητο Δημήτριο Γούναρη την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση, ο Κωνσταντίνος Α του έδινε παράλληλα την ευκαιρία να προβληθεί και να αποκτήσει πλεονέκτημα ως ο νέος ηγέτης της αντιβενιζελικής παράταξης. Επρόκειτο βέβαια για ένα τέχνασμα του Κωνσταντίνου, ο οποίος τότε θεωρούσε πως θα είχε υπό τον πλήρη έλεγχό του τον Γούναρη, απέναντι στους Φιλελεύθερους στον ιδεολογικό πυρήνα των οποίων εξακολουθούσε να βρίσκεται η θέση ότι στην βασιλευομένη δημοκρατία ο βασιλιάς δεν μπορούσε να ασκεί προσωπική πολιτική καθώς η πηγή της κυριαρχίας ήταν η λαϊκή θέληση σύμφωνα με το άρθρο 21 του Συντάγματος.

Μετά την πρωθυπουργοποίησή του, ο Γούναρης προχώρησε στην ίδρυση ενός νέου κόμματος, του Κόμματος των Εθνικοφρόνων, στην κοινοβουλευτική ομάδα του οποίου ενέταξε αρκετούς βουλευτές από τα εξασθενημένα «παλαιά κόμματα» του Δημητρίου Ράλλη και του Γεωργίου Θεοτόκη, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Λαϊκό Κόμμα. Με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 –ίσως τις κρισιμότερες εκλογές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας- και την ήττα των Φιλελευθέρων, τα γεγονότα επισπεύθηκαν, οδηγώντας με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια σε μια νέα ελληνική κρίση που έφτασε στο αποκορύφωμά της με την Μικρασιατική Καταστροφή και τη Στρατιωτική Επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά.

Από εκείνο το σημείο και μετά, τα δύο κόμματα, των Φιλελευθέρων και το Λαϊκό, θα σφραγίσουν με τη δράση τους τις πολιτικές εξελίξεις μέχρι τη Μεταξική Δικτατορία. Από τα σπλάχνα δε των δύο αυτών κομμάτων θα γεννηθούν κατά περιόδους νέοι κομματικοί σχηματισμοί, κάποιοι με πιο ριζοσπαστική ατζέντα, όπως η Δημοκρατική Ένωσις του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, και κάποιοι άλλοι με περισσότερο συντηρητική ατζέντα, όπως οι Συντηρητικοί Δημοκρατικοί του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Αντίστοιχα, στο Δεξιό πολιτικό φάσμα ξεχωρίζουν η εμφάνιση του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά και του Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος του Γεωργίου Κονδύλη.

Μετά την επιβολή της Μεταξικής Δικτατορίας (κατά τη διάρκεια της οποίας τα κόμματα διαλύθηκαν και οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες εξορίστηκαν από το καθεστώς) και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Απελευθέρωση βρήκε τα κόμματα σε προσπάθεια αναδιοργάνωσης μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες και πολωμένες συνθήκες.

Στις εκλογές του 1946, από τις οποίες απείχε η Αριστερά, το Λαΐκό Κόμμα κατήλθε ενωμένο υπό τον Κ. Τσαλδάρη, ενώ οι Φιλελεύθεροι εμφανίστηκαν κατακερματισμένοι σε πέντε ομάδες: το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Θεμιστοκλή Σοφούλη, το Κόμμα των Βενιζελικών Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου, το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου, το Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Στυλιανού Γονατά και το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Απόστολου Αλεξανδρή.

Ολόκληρη η επόμενη δεκαετία του 1950 υπήρξε περίοδος έντονων διεργασιών σε όλο το εύρος του ελληνικού πολιτικού φάσματος.

Θα ξεκινήσει με την κεντρώα παρένθεση (1950-1952) κατά την οποία θα αναδειχθεί στην εξουσία η ΕΠΕΚ του Νικόλαου Πλαστήρα και κυβερνητικοί συνασπισμοί του κατακερματισμένου, πλέον, Κέντρου, με τον Σοφοκλή Βενιζέλο να σχηματίζει τρεις βραχύβιες κυβερνήσεις.

Η παρένθεση αυτή του Κέντρου θα κλείσει με την ορμητική είσοδο στην πολιτική του στρατιωτικού ηγέτη του Εμφυλίου, του Αλέξανδρου Παπάγου, και του «κινήματός» του, του Ελληνικού Συναγερμού, έναν κατ’ ουσία συνασπισμό δεξιών και κεντροδεξιών πολιτικών ομάδων και προσωπικοτήτων. Ο Στρατάρχης Παπάγος -με την κρίσιμη συνδρομή του Σπύρου Μαρκεζίνη, του ιθύνοντος νου του Συναγερμού- θα κερδίσει τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 με μια στρατηγική δύο πυλώνων, την πρόταξη της «απειλής» του αντικομμουνισμού και την υπόσχεση για οικονομική ανόρθωση και σταθερότητα.

Παράλληλα, η νίκη του Παπάγου θα καταστήσει τον Συναγερμό ως το ηγεμονικό κόμμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, καθώς το μεν Λαϊκό Κόμμα, ήδη από τις εκλογές του 1950, παρουσίαζε μια ανεξέλεγκτη φθίνουσα πορεία (πληρώνοντας τόσο την εμφυλιακή ιδεολογική εμμονή του, όσο και τα οικονομικά σκάνδαλα που έπληξαν κατά καιρούς την ηγεσία του), το δε Κόμμα των Φιλελευθέρων εξακολουθούσε να βρίσκεται κατακερματισμένο στα διάφορα κόμματα του Κέντρου (τόσο εξαιτίας των εσωτερικών του ιδεολογικών διαφωνιών, όσο και των προσωπικών φιλοδοξιών και αντεγκλήσεων).

Η ηγεμονία της Δεξιάς κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1950 θα επικυρωθεί, μετά το θάνατο του Παπάγου, με τη διαδοχή του από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την ίδρυση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ). Παρά την εσωκομματική αμφισβήτηση που θα δεχθεί ο Καραμανλής από σημαίνοντα στελέχη της ΕΡΕ, αρχικά το 1956 και κυρίως το 1958, ο νέος ηγέτης της Δεξιάς θα εδραιώσει  την κυριαρχία του εσωκομματικά αλλά κυρίως στο γενικότερο πολιτικό σκηνικό της χώρας, με συνεχόμενες εκλογικές νίκες, πρώτα το 1956 και ύστερα το 1958.

Ωστόσο, πέρα από τη σταδιακή επιβεβαίωση της διπλής αυτής πολιτικής κυριαρχίας του Καραμανλή, οι εκλογές του 1956 και του 1958 θα καταστούν σταθμός και για την Αριστερά. Οι εκλογές του 1956 αποτέλεσαν την πρώτη, ουσιαστικά, νομιμοποίηση της Αριστεράς στο μετεμφυλιακό πολιτικό  σκηνικό.

Το 1951, στις 2 Αυγούστου, τέσσερις μόλις ημέρες πριν την ίδρυση του Ελληνικού Συναγερμού από τον Παπάγο, είχε ιδρυθεί ο συνασπισμός της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) -με πρόεδρο τον Γιάννη Πασαλίδη- από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, τον Δημοκρατικό Συναγερμό, το Κόμμα των Αριστερών Φιλελευθέρων και το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ελεγχόμενη σε μεγάλο βαθμό από το ηττημένο ΚΚΕ, του οποίου η ηγεσία βρισκόταν εξόριστη στην Ανατολική Ευρώπη, η αντοχή της ΕΔΑ κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’50 της έδωσε τη δυνατότητα να συνεργαστεί εκλογικά με τα κόμματα του Κέντρου –που αναζητούσαν στρατηγικές για να θέσουν τέλος στην εκλογική ηγεμονία της Δεξιάς- υπό τη σκέπη του εκλογικού συνασπισμού της Δημοκρατικής Ένωσεως.

Ωστόσο, η εκλογική εκείνη συνεργασία ωφέλησε περισσότερο την ΕΔΑ παρά το Κέντρο, καθώς η  πολιτική αποδοχή και νομιμοποίησή της από ένα μεγάλο μέρος των αστικών κομμάτων, αποτέλεσε για την ΕΔΑ εφαλτήριο για τη μεγαλύτερή της εκλογική επιτυχία, η οποία θα ερχόταν δύο χρόνια αργότερα, στις κάλπες του 1958, όταν και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Η ανάδειξη της ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτέλεσε ψυχρολουσία για τις αστικές παρατάξεις, κυρίως την ΕΡΕ, και τους εξωκοινοβουλευτικούς πόλους εξουσίας.

Η ανακλαστική αντικομμουνιστική δράση της κυβέρνησης Καραμανλή που ακολούθησε το αποτέλεσμα των εκλογών του 1958 είχε πολλαπλές συνέπειες που επρόκειτο να ορίσουν τις εξελίξεις των επόμενων ετών.

Η πλέον σημαντική ήταν η σταδιακή ισχυροποίηση και η εν τέλει αυτονόμηση των δεξιών παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων που, των οποίων η δράση κορυφώθηκε πρώτα με τη «βία και νοθεία» των εκλογών του Οκτωβρίου του 1961, ύστερα με τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο του 1963 και τέλος με τη χούντα των συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967.

Μια δεύτερη συνέπεια ήταν η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, η οποία θα αντικατοπτριζόταν μετά τις εκλογές του 1961. Η νέα «κομμουνιστική απειλή» ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά τόσο των αστικών παρατάξεων, όσο και της Ουάσιγκτον, με αποτέλεσμα –μετά και την ενοποίηση των συνισταμένων του Κέντρου και την ίδρυση της Ενώσεως Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου- τη σταδιακή ανασυγκρότηση ενός κομματικού διπολισμού εντός των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

Οι εκλογές του 1961 (της «βίας και νοθείας», όπως έχει αποδειχθεί) μετατόπισαν  το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και έφεραν στο προσκήνιο την έντονη –πολιτική και «ηθική»- αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας της Δεξιάς. Ο «Ανένδοτος» του Παπανδρέου αποτέλεσε την έμπρακτη έκφραση αυτής της διττής αμφισβήτησης και ταυτόχρονα το εφαλτήριο για την πορεία της Ένώσεως Κέντρου προς την εξουσία, αλλά και τη σύντομη ανατροπή της από το Στέμμα τον Ιούλιο του 1965.

Ορισμένα συμπεράσματα για τα κόμματα έως το 1965

1.Τα κόμματα ξεκίνησαν ως προσωποκεντρικά και ως επί το πλείστον παρέμειναν ως τέτοια. Η αδυναμία των κομμάτων να εξελιχθούν οργανωτικά και να προχωρήσουν σε μια ουσιαστική εσωτερική οργάνωση και δομή. Την αποτυχία του σε αυτό το τομέα παραδέχθηκε, όπως είδαμε και νωρίτερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όσον αφορά το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ακόμη και η ΕΡΕ του Καραμανλή, που ήταν το πρώτο κόμμα, που το 1955, απέκτησε εσωτερικό καταστατικό, δεν το τήρησε ποτέ. Η ΕΡΕ παρέμεινε πάντοτε δέσμια των αποφάσεων και των ελιγμών του αρχηγού της.

Είναι εξάλλου, χαρακτηριστικό, πως μετά την αποχώρηση ή το θάνατο των αρχηγών τους, τα κόμματα οδηγούνταν είτε σε διάλυση, είτε σε διάσπαση, είτε σε σημαντική μείωση της εκλογικής και πολιτικής τους επιρροής. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της εξέλιξης αποτελούν το Νεωτερικό του Τρικούπη, το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου, ο Ελληνικός Συναγερμός του Παπάγου.

2.Ένα δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από την παραπάνω ιστορική αναδρομή, είναι η αδυναμία των κομμάτων να υπερκεράσουν το χρόνιο, από την αρχή της ύπαρξής τους, πρόβλημα της «βουλευτοκρατίας». Με εξαίρεση την εκσυγχρονιστική προσπάθεια του τρικουπικού κόμματος περισσότερο, και την πρώιμη περίοδο των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου λιγότερο, τα περισσότερο κόμματα δεν κατάφεραν και συχνά δεν θέλησαν, να αποκόψουν τους δεσμούς αλληλοεξάρτησης των βουλευτών τους από τους ψηφοφόρους. Μια σχέση αλληλοεξάρτησης που διαπερνά την ελληνική πολιτική ιστορία, από τον κοτζαμπασισμό των αρχών του 19ου αιώνα έως την βουλευτοκρατία της προδικτατορικής περιόδου.

3. Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής πολιτικής περιόδου, προκύπτει πως τα κόμματα δεν κατάφεραν να αυτονομηθούν από τους πόλους εξάρτησης του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Όπως στην αρχή της εμφάνισής τους, που ήταν απόλυτα εξαρτημένα από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, όπως στα μέσα του 19ου αιώνα που προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του Στέμματος, όπως κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, που ο Στρατός κατέστη σχεδόν ισότιμος συνομιλητής των πολιτικών αρχηγών, έτσι και κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, τα κόμματα «αποδέχθηκαν» την πολιτική συμβίωσή τους και τη σε μεγάλο βαθμό εξάρτησή τους, από το Στέμμα, τον ξένο παράγοντα και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αποκορύφωμα, όπως τονίστηκε, τα Ιουλιανά του 1965 και η παρατεταμένη κρίση του 1965-1967 με τα μοιραία για τη χώρα αποτελέσματα.

 

Μερικά σχόλια για τα εκλογικά συστήματα

Σε αυτό το σημείο, καθώς το ζήτημα είναι επίκαιρο, θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις για τα εκλογικά συστήματα. Γίνεται μεγάλη συζήτηση αυτές τις μέρες για το ισχύον εκλογικό σύστημα και ειδικότερα για το μπόνους των 50 εδρών. Αξίζει να σημειώσουμε πως η συγκρότηση εκλογικών νόμων «στα μέτρα» των εκάστοτε κυρίαρχων κομμάτων είναι ένα φαινόμενο διαχρονικό στην ελληνική πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο ιδρυτής της ΕΡΕ διεξήγαγαγε προδικτατορικά τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις με την ενισχυμένη αναλογική και παραλλαγές αυτής, με άλλοθι την κυβερνητική σταθερότητα: το 1956, το 1958, το 1961 και το 1963. Και στις τέσσερις επέφερε τροποποιήσειςστον εκλογικό νόμο. Κέρδισε τις τρεις πρώτες με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το 1956 το σύστημα ήταν το ιδιότυπο «μεικτό πλειοψηφικό» της ενισχυμένης αναλογικής, που έδωσε τη δυνατότητα στην ΕΡΕ, αν και ήλθε δεύτερο κόμμα σε ψήφους, να σχηματίσει κυβέρνηση με περισσότερες έδρες από το δεύτερο. Συγκεκριμένα, με το 47,38% των ψήφων έλαβε 165 έδρες, ενώ η Δημοκρατική Ένωση με 48,15% έλαβε 132 έδρες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου θα σχολιάσει σχετικά πως «το εκλογικόν σύστημα μεταβάλλει την πλειοψηφίαν του Λαού εις μειοψηφίαν βουλευτών. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή κυβέρνησις είναι κυβέρνησις μειοψηφίας».

Στις εκλογές του 1958, με ενισχυμένη αναλογική, με ποσοστό μικρότερο (41,16%), η ΕΡΕ θα λάβει 6 έδρες περισσότερες από το 1956. Στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 θα αυξήσει κι άλλο τις έδρες της σε 176.

Ευρύτερο ιστορικά, πάντως, το φαινόμενο αλλαγής των εκλογικών νόμων, συνήθως με άλλοθι την κυβερνητική σταθερότητα.

 

Μέρος Γ

Τα κόμματα και η ημιτελής αντιπολίτευση

 

Με την έναρξη της Μεταπολίτευσης και την επιστροφή στο κοινοβουλευτισμό, μετά τη πτώση της Χούντας το 1974, ο κομματικός χάρτης της χώρας υπέστη ριζική μεταμόρφωση. Νέα κόμματα δημιουργήθηκαν –η Νέα Δημοκρατία ως μετάλλαξη της ΕΡΕ με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και το ΠΑΣΟΚ, ένα νέο κόμμα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου με ορισμένα στελέχη της Ένωσης Κέντρου, ενώ παλαιότερα κόμματα ανασυστάθηκαν ή νομιμοποιήθηκαν (Ένωση Κέντρου και ΚΚΕ αντίστοιχα).

Κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εκλογών της Μεταπολίτευσης, το 1974 και το 1977, άρχισαν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την εδραίωση του δικομματισμού που κυριάρχησε έως και τις εκλογές του 2009. Στις εκλογές του 1981, ο δικομματισμός εδραιώθηκε πλήρως, ταυτόχρονα με την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, όπου το ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε σε πρώτο κόμμα -και όπως επρόκειτο να αποδειχθεί- σε κυρίαρχο παίκτη της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Η περίοδος αυτή, γνωστή και ως Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, επέφερε σαφείς και δομικές αλλαγές στα κόμματα. Κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταπολιτευτικής πενταετίας, οι πρωταγωνιστές του διαμορφούμενου δικομματισμού, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, μετεξελίχθηκαν σε μαζικά, πολυσυλλεκτικά κόμματα. Παράλληλα, τα δύο αυτά κόμματα προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν την εσωτερική τους δομή, επιχειρώντας μια πολυπεπίπεδη –οριζόντα και κάθετη- οργανωτική διαδικασία. Τοπικές οργανώσεις δημιουργήθηκαν σε ολόκληρη την επικράτεια, ενώ συγκροτήθηκαν διακριτά κομματικά όργανα με βάση τα καταστατικά του κάθε κόμματος.

Ωστόσο, όπως επρόκειτο να αποδειχθεί αργότερα, και κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 2000-2010, τα δύο αυτά κόμματα απέτυχαν ως επί το πλείστον να εκσυγχρονίσουν τόσο την οργανωτική τους δομή, όσο και τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευαν και εφάρμοζαν την κυβερνητική διαχείριση.

Χαρακτηριστικά, αναφέρω:

1. Οργανωτική ανεπάρκεια

Αν και δημιουργήθηκαν διάφορα κομματικά όργανα, τα οποία, σύμφωνα με τα καταστατικά των κομμάτων, είχαν την ευθύνη για την γενικότερη λειτουργία των κομμάτων, αυτά παρέμειναν σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένα από τις κυρίαρχες μορφές των αρχηγών τους. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν στεγανά ανάμεσα στην κομματική ηγεσία και τη κομματική βάση και οι όποιες πολιτικές και ιδεολογικές μεταλλάξεις των κομμάτων να καθορίζονται αποκλειστικά από την εκάστοτε κομματική ηγεσία. Αυτή η οργανωτική και κατά συνέπεια πολιτική και ιδεολογική αυτονόμηση των εκάστοτε κομματικών ηγεσιών, επρόκειτο να έχει σημαντική επίδραση στη σταδιακή μείωση της εκλογικής απήχησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

 

2. Κρατικοποίηση των κομμάτων

Η εκλογική και κατά συνέπεια πολιτική κυριαρχία, πρώτα της ΝΔ στην αρχή της Μεταπολίτευσης, και μετά του ΠΑΣΟΚ, για το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης μεταπολιτευτικής περιόδου, κατέστησε τους δύο αυτούς κομματικούς πυλώνες του δικομματισμού αποκλειστικούς διαχειριστές της διακυβέρνησης. Αυτή η σχεδόν ηγεμονική κυριαρχία, έφερε αρχικά την κομματικοποίηση του κράτους, όπου τα δύο κόμματα χρησιμοποίησαν το κράτος ως μηχανισμό διατήρησης και αύξησης των «κομματικών στρατών» τους.

Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ επρόκειτο, σύντομα, να καταστούν τα ίδια, θύματα αυτής της τακτικής. Σταδιακά, η κομματικοποίηση του κράτους άρχισε να μετεξελίσσεται και σε κρατικοποίηση των κομμάτων. Κι αυτό γιατί η προσπάθεια για διακυβέρνηση κατέστη δευτέρα φύσις των δύο κομμάτων, ένας αυτοσκοπός που όλο και περισσότερο μεταμορφωνόταν σε μοναδικό λόγο ύπαρξής τους. Από τη δεκαετία του 1990, τα κόμματα είχαν πια μετεξελιχθεί από φορείς κοινωνικής εκπροσώπησης και διεκδίκησης της διακυβέρνησης, σε αποκλειστικά και μόνο οχήματα εκλογικής επικράτησης και κατάληψης της εξουσίας. Όλες οι κρίσιμες επιλογές, αποκλειστικά πλέον στην κορυφή των κομμάτων, γινόταν με γνώμονα την κατάληψη της εξουσίας. Ο πιο επιθυμητός νέος αρχηγός δεν ήταν εκείνος που θα μπορούσε να οργανώσει και να εξυγιάνει και να ανανεώσει, πολιτικά και ιδεολογικά το κόμμα, αλλά ο «καταλληλότερος» για να το επαναφέρει στον αυτοσκοπό, δηλαδή στην εξουσία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να ερμηνευθούν οι αλλαγές ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ μετά το θάνατο του ιδρυτή του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο αυτοσκοπός της εξουσίας ενίσχυσε και ένα άλλο φαινόμενο, την «οικογενειοκρατία» στην κομματική κορυφή. Τόσο η ΝΔ το 1997, όπως και το ΠΑΣΟΚ το 2004, στράφηκαν σε δύο γνώριμα ονόματα προκειμένου να αυξήσουν, στις αντίστοιχες περιόδους, τις πιθανότητες ανάκτησης της εξουσίας. Στην πρώτη περίπτωση, ο ανιψιός του ιδρυτή της ΝΔ, Κώστας Καραμανλής προωθήθηκε στην ηγεσία του κόμματος μετά από καθοριστική παρέμβαση των παλαιών υψηλόβαθμων στελεχών, μετά την εκλογική ήττα του 1996. Στη δεύτερη περίπτωση, ο γιος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου, «κλήθηκε να αναλάβει τις ευθύνη» ενόψει μιας εκλογικής αναμέτρησης στην οποία αναμενόταν συντριβή για το κόμμα. Η διαδοχή ήταν παρασκηνιακή, με «δαχτυλίδι», και επικυρώθηκε από μια διαδικασία ανοιχτής εκλογής χωρίς όμως αντίπαλο υποψήφιο.

 

3. Ο φόβος του «πολιτικού κόστους»

Η μεταμόρφωση των κομμάτων του δικομματισμού αποκλειστικά σε οχήματα κατάκτησης της εξουσίας και η διαμόρφωση των εσωτερικών του δομών υπό αυτό και μόνο το πρίσμα (δηλαδή όπως προανέφερα, η υποβάθμιση των κομματικών οργάνων, η αυτονόμηση της κομματικής ηγεσίας από τη βάση και η ολοένα αυξανόμενη κρατικοποίηση των κομμάτων) οδηγούσαν σταδιακά σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο, το οποίο, όμως, τα δύο κόμματα, ή μάλλον οι ηγεσίες τους, αδυνατούσαν να προβλέψουν, καθώς βρίσκονταν αυτό-εγκλωβισμένες ανάμεσα στις υποσχέσεις τους για εκλογική επιτυχία και στις προσδοκίες των «κομματικών στρατών».

Εντός αυτού του πλαισίου, τα δύο κυρίαρχα κόμματα της Μεταπολίτευσης βρέθηκαν αντιμέτωπα με το «πολιτικό κόστος», που δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά την αδυναμία τους να υπερβούν αυτές τις υποσχέσεις και προσδοκίες και να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που τόσο χρειαζόταν και χρειάζεται η χώρα και ιδιαίτερα ο δημόσιος τομέας και δημόσια διοίκηση.

Σημαντική εδώ η επισήμανση του Παναγιώτη Κονδύλη, στο βιβλίο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού», σχετικά με τις αδυναμίες του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος, όπου αναφέρεται σε μια δημοκρατία «με πολύ μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα από πριν, αλλά ταυτόχρονα ανίκανη να απαλλαγεί από τις πελατειακές νοοτροπίες και σχέσεις που της κληροδότησε η προηγούμενη κατάσταση», συμπληρώντας πως «καθώς οι πελατειακές ανάγκες έπρεπε τώρα να ικανοποιηθούν σε καταναλωτικό επίπεδο ανώτερο από τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατάντησε να αποτελεί το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική της διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου».

 

Μερικά συμπεράσματα για τη σημερινή κρίση

Η έκρηξη της κρίσης των τελευταίων δύο ετών πρόκειται, ουσιαστικά, για το βαθύτερο αποτέλεσμα της αποτυχίας των ελληνικών κομμάτων να υπερβούν τις αδυναμίες τους και αντιμετωπίσουν με αποφασιστικότητα τις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού.

Όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης σε πρόσφατο άρθρο του στα Νέα, με τίτλο «Από την οργή στην περισυλλογή», «η δομική προδιάθεση στη χρεοκοπία ήταν εγγενής στο ‘μεταπολιτευτικό δημοκρατικό μοντέλο’ και ενεργοποιήθηκε πρωτίστως από την πελατειακή χρήση του κράτους εκ μέρους των δύο κομμάτων εξουσίας και δευτερευόντως από την πλειοδοσία της Αριστεράς, που μεταλλάχθηκε βαθμιαία από από την Αριστερά των θυσιών της πρώτης Μεταπολίτευσης στην Αριστερά των επιδομάτων και της δημοσιοϋπαλληλίας».

 

Αναφέρθηκα στην μεταπολιτευτική αποτυχία των κομμάτων. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια αποτυχία πολλαπλή, σε αλληλοεξαρτώμενα πεδία.

Πρώτα από όλα στο πολιτικό πεδίο. Τριάντα χρόνια μετά την επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ (1.1.81), αλλά και νωρίτερα, από όταν ξεκίνησε η ευρωπαϊκή επιλογή της χώρας, τα πολιτικά κόμματα της χώρας ξόδεψαν τις αλλεπάλληλες ευκαιρίες που είχαν ώστε να μετατραπεί η ευρωπαϊκή είσοδος της χώρας σε μεταρρυθμιστικό μοχλό στο εσωτερικό. Η συντριπτική ευθύνη ανήκει βεβαίως στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, που εξέθρεψαν στο μέγιστο βαθμό ένα πολυδαίδαλο πελατειακό σύστημα που μεταμορφώθηκε από νωρίς σε ένα είδος κυματοθραύστη απέναντι σε κάθε προσπάθεια διοικητικής, πολιτικής και οικονομικής μεταρρύθμισης.

Υπάρχει ωστόσο ευθύνη στο σύνολο των πολιτικών κομμάτων και κυρίως στη διασπασμένη Αριστερά, που με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν μπόρεσε να βρει ένα σαφές ευρωπαϊκό στίγμα.

Στο κοινωνικό πεδίο, η ελληνική κοινωνία δεν «ενημερώθηκε» ποτέ, ούτε και «αποδέχθηκε» πραγματικά τις προκλήσεις, αλλά και τις δυσκολίες και τις προσπάθειες που απαιτούνταν, πρώτα για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ και έπειτα για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους, απαραίτητα ζητούμενα ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να εκπληρώσει επαρκώς την ευρωπαϊκή της στρατηγική επιλογή.

Στο οικονομικό, τέλος, πεδίο, οι χρόνιες αδυναμίες επιδεινώθηκαν περαιτέρω με μια υπερδιόγκωση των δημοσίων δαπανών και του δημοσίου τομέα τη δεκαετία του ’80, η οποία συμπληρώθηκε με έναν υπέρμετρο ιδιωτικό καταναλωτισμό από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Το συμπέρασμα που μπορεί κανείς να εξάγει από τις κρίσιμες αυτές παρατηρήσεις είναι πως η βαθειά σημερινή οικονομική και πολιτική κρίση αποτελεί τη λογική συνέπεια των ελληνικών αποτυχιών σε αυτά τα τρία πεδία και πως ο συνεχής υπερδανεισμός (εξωτερικός και εσωτερικός) της κρατικής μηχανής έχει καταστήσει εδώ και καιρό την ελληνική οικονομία πλήρως εξαρτημένη και καθόλου αυτόνομη.

Η τριπλή αυτή αποτυχία, στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πεδίο έγινε ιδιαίτερα εμφανής, θα έλεγα ότι έφτασε στο αποκορύφωμά της, τα τελευταία δυο χρόνια. Ενώ η χώρα είχε ως ξεκάθαρο στόχο μπροστά της την αποφυγή μιας καταστροφικής χρεοκοπίας μέσω σκληρών αλλά αναγκαίων συνολικών αλλαγών, η συναίνεση που απαιτούνταν προς όφελος του εθνικού συμφέροντος απουσίασε ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ