Menu

A+ A A-

Στις 18 Μαΐου 1965 η εφημερίδα της Λάρισας Ημερήσιος Κήρυκας, όργανο του ανήκοντος στη «σκληρή» πτέρυγα της ΕΡΕ και πρώην προέδρου της Βουλής Κ. Ροδόπουλου (αδελφού του γνωστού συγγραφέα Μ. Καραγάτση), δημοσίευσε «πληροφορίες» περί μεταθέσεων ανωτάτων και ανωτέρων αξιωματικών του ΓΕΣ, που «έχουν σχέσιν με την ύπαρξιν συνδέσμου αξιωματικών του με τον τίτλον ΑΣΠΙΣ και ανηκόντων εις την λεγομένην (!) δημοκρατικήν παράταξιν».

Το ίδιο βράδυ, με απόφαση της κυβέρνησης, ανατέθηκε στον αντιστράτηγο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ι. Σίμο να διερευνήσει τις πληροφορίες της λαρισινής εφημερίδας. Η πρώτη αποκάλυψη, που «μύριζε» σκευωρία, ήταν ότι ο Γαρουφαλιάς, ο Γρίβας και ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ Γεννηματάς γνώριζαν από το Μάρτιο ότι ο λοχαγός Αρίστος Μπουλούκος περιέφερε «όρκο» για μύηση στην οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ. Ο Μπουλούκος, παλαιό μέλος της Χ του Γρίβα και άλλων παραστρατιωτικών οργανώσεων, υπηρετούσε στην ΚΥΗΠ, μετά από παρέμβαση του συμπατριώτη του υπουργού Εξωτερικών Στ. Κωστόπουλου και είχε μετατεθεί στην Κύπρο με αίτημα του Γρίβα.

Ο Γαρουφαλιάς δεν ενημέρωσε τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου ούτε όταν στις 12 Μαΐου του 1965 έλαβε και σχετική έκθεση του Γρίβα. Χρειάζονταν λίγο χρόνο και περισσότερα στοιχεία για να «δέσουν» με τον ΑΣΠΙΔΑ τον Ανδρέα Παπανδρέου. Εκείνος ήταν ο πρώτος βασικός στόχος και ο απώτερος η προπαρασκευή των προϋποθέσεων για στρατιωτικό πραξικόπημα και επιβολή δικτατορίας. Δεν ήταν τυχαίο ότι η σκευωρία του ΑΣΠΙΔΑ ξεκίνησε από την Κύπρο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλά στελέχη του ΙΔΕΑ και της Παπαδοπουλικής ΕΕΝΑ, όπου και συνωμοτούσαν εναντίον του Μακαρίου και της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Ούτε ήταν τυχαίο ότι στην έκθεσή του ο Γρίβας άρχιζε με τη «διαπίστωση» ότι μετά την επίσκεψη του Α. Παπανδρέου στην Κύπρο η πειθαρχία ανάμεσα στους έλληνες αξιωματικούς είχε αρχίσει να κλονίζεται. Όπως επίσης δεν ήταν τυχαίο ότι ο Γρίβας κατηγόρησε στην έκθεση τον Μακάριο, τον Γεωρκάτζη, τον Λυσσαρίδη και τον αρχηγό της ΚΥΠ στην Κύπρο αντιστράτηγο Σωτόπουλο. Ήταν όλοι εμπόδια στα σχέδιά του για ανατροπή του Μακαρίου.

Ο αφελής Γρίβας έδωσε και στοιχεία : στοιχεία τα οποία θα αποδείκνυαν ότι πίσω από τη σκευωρία του ΑΣΠΙΔΑ ήταν τα πρωτοπαλίκαρα του Παπαδόπουλου. Ιδού ποιους πρότεινε για μάρτυρες : Παλαΐνη, Καρύδα, Παπασταθόπουλο, Θεοφιλογιαννάκη, Σπανό, Γκόρο, Πετάνη, Στειακάκη, Σοφικήτη κ.ά. Όλοι θα «διακριθούν» αργότερα στο απριλιανό πραξικόπημα!

Ο Γρίβας πρότεινε «να κλείσει το ζήτημα» με ανάκληση στην Αθήνα των λοχαγών Αρ. Μπουλούκου, Δ. Παπαγιαννόπουλου και Ι. Πανούτσου, του αντισυνταγματάρχη Αρ. Δαμβουνέλη και του υποστρατήγου Σωτόπουλου και με το να γίνουν «νουθεσίες» σε ορισμένους άλλους μυημένους αξιωματικούς! Αποδεχόταν ότι δεν είχε ούτε σοβαρότητα ούτε έκταση η οργάνωση.

 

Ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, από τους πρωταγωνιστές της συνωμοσίας του ΑΣΠΙΔΑ.

Αφού εξέτασε 93 μάρτυρες, ο Ι. Σίμος υπέβαλε στον υπουργό Αμύνης το πόρισμά του. Επισήμαινε πως το κείμενο του περίφημου όρκου ήταν «αλλοπρόσαλλον, ασύνδετον και εν πολλαίς ακατανόητον» και συμπέρανε τα εξής : «Απεδείχθη πράγματι ότι εγένετο κίνησις ιδρύσεως οργανώσεως υπό την επωνυμίαν ΑΣΠΙΔΑ υπό ομάδος αξιωματικών με τον ιδιοτελή σκοπόν την εξυπηρέτησιν ατομικών συμφερόντων αυτών και των μελών της οργανώσεως δια της προωθήσεως μεμυημένων αξιωματικών εις επικαίρους και σημαινούσας θέσεις ή και τινα άλλον απώτερον, όστις όμως ούτε απεδείχθη εκ της εξετάσεως, ούτε διεφάνη (…) Δεν απεδείχθη ότι η κίνησις αύτη είχε πολιτικάς επιδιώξεις ή σύνδεσμόν τινα με πολιτικά πρόσωπα». Πρότεινε να παραπεμφθούν στο ανακριτικό συμβούλιο, με το ερώτημα της απόταξης, οι «πρωτοστατήσαντες» λοχαγοί Αρ. Μπουλούκος, Ι. Πανούτσος, Κ. Παπαγιαννόπουλος και Ι. Θεοδοσίου και να ασκηθεί «αυστηρός πειθαρχικός έλεγχος» σε άλλους έξι αξιωματικούς.

 

Αρχίζει η «αξιοποίηση» της σκευωρίας

Παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις του Π. Κανελλόπουλου, η ΕΡΕ και οι εφημερίδες της Δεξιάς υιοθέτησαν την άποψη ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο ηγέτης της οργάνωσης. Το Βήμα, στις 27 Μαΐου, έγραψε ότι η υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ «στερουμένη σοβαρότητος εχρησιμοποιήθη ως πρόφασις από την χούνταν των αμετανοήτων νοσταλγών του παρελθόντος δια την εκκαθάρισιν των νομιμοφρόνων αξιωματικών», και κατήγγειλε ότι πολλοί αξιωματικοί του στρατού απομακρύνθηκαν από καίριες θέσεις, «διότι δεν επροθυμοποιήθησαν να συνεργήσουν εις τα σχέδια της χούντας». Στο άρθρο η εφημερίδα ζητούσε «εκκαθάρισιν της καταστάσεως εις το στράτευμα, δια της αλλαγής του αρχηγού ΓΕΣ και δι’όλων εκείνων των ενεργειών που θα απαλλάξουν τας ενόπλους δυνάμεις, τόσον από την φατρίαν, όσον και από τα έξωθεν επεμβάσεις. Αποτελεί ζήτημα τιμής».

Την επομένη, 28 Μαΐου, η Ελευθερία ενίσχυσε την πολεμική της Δεξιάς και τις υπονομευτικές κινήσεις των χουντικών. Κατηγόρησε τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι είχε επιδιώξει να ιδρύσει «μικρομάγαζον» στο στρατό και «φυσικά τα έκαμε θάλασσα». Με εμφανές μίσος τόνιζε : «Αλλά ούτε η κυβέρνησις, ούτε η παράταξις, που είναι και εννοούν να μείνουν ξένοι προς οιαδήποτε καμώματα του είδους αυτού, ημπορούν να αναμένουν να κριθή ο κ. Ανδρέας Παπανδρέου». Η Ελευθερία θα συνεχίσει την επίθεση κατά του Α. Παπανδρέου, χαρακτηρίζοντάς τον «κακό δαίμονα» της ΕΚ και θα ασκήσει πίεση στον Γ. Παπανδρέου για αντικατάσταση της στρατιωτικής ηγεσίας.

Και ο Γ. Νόβας, πρώτος «πρωθυπουργός» της αποστασίας θα υποστηρίξει στην Βουλή ότι ο Γ. Παπανδρέου παραιτήθηκε «οικειοθελώς» και ότι «είχε επιμείνει να αναλάβει προσωπικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ώστε να κουκουλώσει την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ στην οποία ήταν αναμεμειγμένος ο γιος του Ανδρέας».

Ο Γ. Παπανδρέου απάντησε : «Ο ισχυρισμός του κ. Νόβα είναι ανέντιμος και ηλίθιος. Διότι εάν πράγματι επεδίωκα συγκάλυψιν, θα έπρεπε να μείνω πρωθυπουργός και να διορίσω υπουργόν Αμύνης έναν φίλον μου δια να επιδιώξη την συγκάλυψιν. Ιδού η πλήρης απόδειξις ότι η παραίτησίς μου δεν έχει ουδεμίαν απολύτως σχέσιν με αυτήν την υπόθεσιν. Οφείλεται μόνον εις την θεμελιώδη διαφωνίαν επί του τρόπου λειτουργίας του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας».

 

Ο Ανδρέας Παπανδρέου

Είναι γεγονός ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε «ενοχλήσει» πολλούς με τη συμμετοχή του στην πολιτική και με τις απόψεις του, τους επίδοξους διαδόχους του πατέρα του, το «κατεστημένο», το Παλάτι, τον Γρίβα λόγω της ένθερμης υποστήριξης του Μακαρίου, τους χουντικούς και τους Αμερικανούς.

Είχε διατυπώσει επιφυλάξεις για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και ως Υπουργός Προεδρίας το 1964 διέκοψε τη μετάδοση της «Φωνής της Αμερικής» και επεχείρησε να περιορίσει τον έλεγχο της ΚΥΠ από την CIA.

 

Ο Ανδρέας Παπανδρέου στον ανακριτή για τον ΑΣΠΙΔΑ.

 

Ο ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώζουν Πατρίδα Ιδέες Δημοκρατία Αξιοκρατία) ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1964. Την πρωτοβουλία είχαν ο λοχαγός Αριστόδημος Μπουλούκος, ο οποίος υπηρετούσε στην ΚΥΠ Κύπρου, και άλλοι ομοιόβαθμοί του της τάξης του 1953, οι οποίοι το 1961 είχαν ταχθεί υπέρ της Κίνησης Εθνικής Αναδημιουργίας (ΚΕΑ) του στρατηγού Γρίβα.

Ο ΑΣΠΙΔΑ εμφανίστηκε ως κίνηση «νομιμοφρόνων αξιωματικών» απέναντι στο δεξιό συνωμοτικό δίκτυο του ΙΔΕΑ και της ΕΕΝΑ (Εθνική Ένωσις Νέων Αξιωματικών). Η ΕΕΝΑ εμφανίστηκε, αρχικά, ως παρακλάδι του ΙΔΕΑ, αλλά γρήγορα αυτονομήθηκε υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπαδόπουλου με κέντρο την ΚΥΠ και απροκάλυπτο στόχο την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας.

Γεγονός είναι ότι οι ιθύνοντες του ΑΣΠΙΔΑ επεδίωξαν να αποκτήσουν «πολιτική ηγεσία». Είχαν επαφή με τους Κ. Μητσοτάκη, Παύλο Βαρδινογιάννη, Ηλία Τσιρομώκο, Ανδρέα Κοκκέβη, Μιχάλη Παπακωνσταντίνου και με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Όλοι αρνήθηκαν να δώσουν συνέχεια.

Η εμπλοκή του Ανδρέα Παπανδρέου έγινε από τον Γρίβα μετά την επίσκεψή του στην Κύπρο. Ήταν Νοέμβριο 1964. Ο Α. Παπανδρέου παραιτείται από το Υπουργείο Προεδρίας, μετά από δημοσιεύματα για ανάθεση, χωρίς διαγωνισμό, στο φίλο του Σκιαδαρέση την τεχνική μελέτη της πόλης της Πάτρας. Σε δηλώσεις του υπαινίχθηκε ότι ήταν στόχος της CIA.

Μετά δύο μέρες ο Μακάριος προσκάλεσε τον Ανδρέα Παπανδρέου στην Κύπρο, όπου του επιφυλάχθηκε θερμότατη υποδοχή. Υποστήριξε, στις δημόσιες δηλώσεις του, την πολιτική του Μακάριου για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία και τόνισε ότι «λύση χωρίς τον Μακάριο δεν μπορεί να υπάρξει».

Στην τελετή υποδοχής παρέστησαν οι στρατηγοί Πρόκος και Γεωργιάδης και πολλοί αξιωματικοί.

Η αρχηγική εμφάνιση του Ανδρέα Παπανδρέου και η ταύτισή του με την πολιτική του Μακάριου – τον οποίον οι Αμερικάνοι είχαν χαρακτηρίσει «Κάστρο της Μεσογείου» - προκάλεσαν έντονες ανησυχίες στον Γρίβα και το παράρτημα της ΕΕΝΑ στην Κύπρο, αλλά και τα αντίστοιχα κέντρα της Αθήνας, τα οποία «ενημέρωσε» ο Γρίβας.

Ο «παλαιός φίλος» του Γ. Παπανδρέου υπουργός Εθνικής Άμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς αρχίζει να στήνει τη συνωμοσία. Έχοντας στα χέρια σχετική «αναφορά» του Γρίβα για τις «αριστερόστροφες» κινήσεις του ΑΣΠΙΔΑ και τη διασύνδεση με τον Ανδρέα Παπανδρέου σπεύδει, εν αγνοία του Πρωθυπουργού, να ενημερώσει τον βασιλιά. Και να τον «προειδοποιήσει» (!) ότι η κίνηση του ΙΔΕΑ εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο για τον ίδιο και τον θρόνο του.

 

Ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, "φίλος" του Γ. Παπανδρέου, από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και σε συνεργασία με τον βασιλιά θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

Το «Σχέδιο Περικλής»

και το σαμποτάζ του Έβρου

Τον Φεβρουάριο 1965 ο Γ. Παπανδρέου αποκάλυψε στη Βουλή το «Σχέδιο Περικλής» που εφαρμόστηκε στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 με στόχο να τιμωρηθούν οι πρωταγωνιστές και να απαλλαγεί το Στράτευμα από τα ηγετικά στελέχη του ΙΔΕΑ και της ΕΕΝΑ.

Έκδηλη η «ανησυχία» των Ανακτορικών και των Χουντικών. Το κλίμα ευνοούσε την προώθηση της συνωμοσίας του ΑΣΠΙΔΑ. Ο Γαρουφαλιάς διαβιβάζει στον Γ. Παπανδρέου εντολή του Κωνσταντίνου ότι η υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ πρέπει να παραπεμφθεί στο Στρατοδικείο. Ο Παπανδρέου απαντά ότι συμφωνεί με την προϋπόθεση ότι θα παραπεμφθεί στο Στρατοδικείο και η υπόθεση για το «Σχέδιο Περικλής».

Στις 25 Ιουνίου ο Γ. Παπανδρέου ανακοίνωσε στη Βουλή την πρόθεσή του να προχωρήσει σε αλλαγές στην ηγεσία του Στρατεύματος, είχε, ήδη, προαναγγείλει την αντικατάσταση του φιλοβασιλικού αρχηγού ΓΕΣ Γεννηματά.

Ο Κωνσταντίνος του διεμήνυσε να μη προχωρήσει στις αλλαγές αν δεν συνεννοηθεί μαζί του! Ο Παπανδρέου ανέστειλε την εφαρμογή των αποφάσεών του, αλλά το ρήγμα με τα Ανάκτορα είχε διευρυνθεί και οι σχέσεις με τον Γαρουφαλιά είχαν απόλυτα διαρραγεί…

Ενώ καθημερινά οξυνόταν η αντιπαράθεση για τον ΑΣΠΙΔΑ, στις 10 Ιουνίου 1965, σε δύο εφημερίδες της Δεξιάς, δημοσιεύτηκαν πληροφορίες πως είχε γίνει σαμποτάζ από κομμουνιστές στρατιώτες σε μηχανοκίνητη μονάδα του πυροβολικού στον Έβρο. Την επομένη ο διοικητής της μονάδας έστειλε αναφορά στο ΓΕΣ στην οποία ανέφερε ότι «είχε εξακριβώσει» τη δολιοφθορά και ότι δράστες ήταν δύο στρατιώτες, οι οποίοι και ομολόγησαν ότι επρόκειτο για ενέργεια του ΚΚΕ με σκοπό να αποδυναμωθεί η άμυνα της χώρας! Υπογραφή: αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Ο Π. Κανελλόπουλος υιοθέτησε τις καταγγελίες για σαμποτάζ με τη δήλωση ότι «δυστυχώς επαληθεύονται όσα από πολλών μηνών καταγγέλλω». Η ΕΔΑ, όμως, κατήγγειλε ότι επρόκειτο για «συνομωσία που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη κατά της ομαλότητας και της δημοκρατίας». Το Βήμα έγραψε ότι «ο καταγγείλας την πράξιν δολιοφθοράς, αυτοαποκαλούμενος «Νάσσερ της Ελλάδος», υπήρξεν ο εξ απορρήτων του διοικητού της ΚΥΠ Νάτσινα και ο αριθμός του προσωπικού του τηλεφώνου είναι ο μοναδικός αριθμός, ο οποίος αναφέρεται στο σχέδιο «Περικλής».

Ο Γ. Παπαδόπουλος δεν θα τιμωρηθεί και στις κυβερνήσεις των αποστατών θα προαχθεί σε συνταγματάρχη και θα τοποθετηθεί στο Γραφείο Ψυχολογικού Πολέμου του ΓΕΣ! Για να ανοίξει ο δρόμος, χωρίς αντίσταση, στους πραξικοπηματίες, ο Π. Γαρουφαλιάς μετέφερε στον Γ. Παπανδρέου «επιθυμία» του βασιλιά να παραπεμφθεί η υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ στο στρατοδικείο.

 

 

Η εσωτερική σύγκρουση

Στην κρίσιμη εκείνη περίοδο το εσωτερικό ρήγμα στη κυβέρνηση και στην Ένωση Κέντρου συνεχώς διευρύνονταν. Στις αρχές του 1965 ο Γ. Παπανδρέου προχωρεί σε ανοίγματα προς αριστερά διορίζοντας Υπουργό Εσωτερικών τον Ηλία Τσιριμώκο, πρώην βουλευτή της ΕΔΑ και ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ.

Τον Απρίλιο επαναφέρει στην κυβέρνηση τον Ανδρέα Παπανδρέου ως αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Απροκάλυπτες οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος, στα Ανάκτορα, στους Αμερικανούς, στο κατεστημένο.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρχίσει να συγκροτεί «κόμμα μέσα στο κόμμα» και να «πολλαπλασιάζει» τους εσωτερικούς αντιπάλους. Όσο αύξανε την επιρροή του, τόσο άρχισε να ισχυροποιείται η άποψη ότι στις επόμενες εκλογές εκείνος θα ήταν ο αρχηγός της Κεντροαριστεράς πλέον παράταξης.

Με τους επίδοξους διαδόχους του Γεωργίου Παπανδρέου που έβλεπαν να παραμερίζονται από την ηγετική ακτινοβολία και τον ριζοσπαστικό του Ανδρέου συνασπίστηκαν τα Ανάκτορα, η ηγεσία του Στρατού και η ομάδα Παπαδόπουλου, οι Αμερικανοί και το κατεστημένο.

Όταν ο Γ. Παπανδρέου ανέστειλε μετά από το «αίτημα» του Κωνσταντίνου, την εφαρμογή της απόφασής του για αλλαγή της ηγεσίας του Στρατεύματος, προχώρησε σε μια αμφιλεγόμενη κίνηση. Απαίτησε την αντικατάσταση του Γαρουφαλιά από τον ίδιο.

Αναμφισβήτητα είχε το συνταγματικό δικαίωμα, αλλά υποτίμησε την δύναμη των αντιπάλων και υπερεκτίμησε την υποστήριξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Ένωσης Κέντρου.

Ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας Νόρμπερτ Ανσουιτζ είχε ρωτήσει τον Ανδρέα : «Με ανοικτό το ζήτημα του ΑΣΠΙΔΑ πως θα γίνει ο πατέρας σου Υπουργός Εθνικής Αμύνης;».

Το «προοίμιο» της Δικτατορίας

Η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ άρχισε στις 14 Νοεμβρίου 1966 και θα κλείσει στις 16 Μαρτίου 1967. Το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών είναι αποκαλυπτικό των προθέσεων των συντακτών. Πολιτικό μανιφέστο θυμίζει και όχι δικαστικό βούλευμα !

 

Οι στρατοδίκες που δίκασαν την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Πρόεδρος ο στρατηγός Θ. Καμσέρης.

Παραπέπονται να δικαστούν 29 αξιωματικοί «επί ενώσει προς στάσιν» και «επί συνωμοσία προς εκτέλεσιν πράξεως εσχάτης προδοσίας».

«Εν τη προσπαθεία τους να μυήσουν αξιωματικούς εις την οργάνωσιν ΑΣΠΙΔΑ… συνιστούν προς προστασία της κινδυνευούσης Δημοκρατίας την υπό των αξιωματικών υποστήριξιν της κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου ή διάδοχον ταύτης υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, προς επίτευξιν της οποίας οι αξιωματικοί οφείλουν να οργανωθούν πέριξ τούτου, καθ’ όσον ούτος είναι η πλέον ισχυρά ηγετική φυσιογνωμία της εποχής και ως υιός του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου και ως οικονομολόγος και κάτοχος του κυπριακού προβλήματος, δι’ ο μάλιστα εις τούτον έχει ανατεθεί η αρχηγία της οργανώσεως…».

«Εκ της όλης ανακρίσεως και κατ’ αντικειμενικήν εκτίμησιν του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού, αναγκαίως άγεταί τις εις την κρίσιν ότι η παράνομος οργάνωσις «δημοκρατικών αξιωματικών» υπό την επωνυμίαν ΑΣΠΙΔΑ… κατευθύνεται υπό προσώπων της πολιτικής ηγεσίας της Ενώσεως Κέντρου, υφισταμένων ενδείξεων συμμετοχής εις ταύτην, κατά μείζονα ή ελάσσονα βαθμόν, των τέως υπουργών Ανδρέα Παπανδρέου, Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου, Παύλου Βαρδινογιάννη και Στυλιανού Χούτα, συναγομένου μάλιστα εξ επαρκών τοιούτων ότι αρχηγός της ανωτέρω παρανόμου οργανώσεως τυγχάνει ο εκ τούτων Ανδρέας Παπανδρέου και ότι των περιστατικών τούτων ετέλει εν γνώσει ο, κατά τον κρίσιμον χρόνον, πρωθυπουργός (πατήρ του) Γεώργιος Παπανδρέου.

Ανασύρονται όλαι αι πτυχαί της αντεθνικής συνωμοσίας εξυφανθείσης υπό την ηγεσίαν του κ. Α. Παπανδρέου. Έμπνευσις και καθοδήγησις υπό της Ενώσεως Κέντρου. Ο κ. Γ. Παπανδρέου φέρει βαρυτάτας προσωπικάς ευθύνας. Μία ρυπαρά και αδίστακτος οργάνωσις με πρώτον στόχον τον Βασιλέα. Από την ΚΥΗΠ εξεπήδησεν η ιδέα της συνωμοσίας και εις το άντρον της εγένοντο αι πρώται μυήσεις».

Η απόφαση εκδόθηκε στις 16 Μαρτίου 1967. Καταδικάστηκαν σε 18 χρόνια κάθειρξη ο συνταγματάρχης Παπατέρπος, ο αντισυνταγματάρχης Βαμβουνέλης και οι λοχαγοί Μπουλούκος, Παπαγεωργόπουλος και Τόμπρας. Σε 13 χρόνια ο αντισυνταγματάρχης Παραλίκας και οι λοχαγοί Βλάχος και Κεπενός. Σε ελαφρότερες ποινές οι άλλοι.

 

Ο λοχαγός Μπουλούκος στη δική. Αριστερά ο μαχητικός δημοκρατικός δικηγόρος Νικηφόρος Μανδυλαράς θα δολοφονηθεί από τη Χούντα.

 

Οι πολιτικοί, λόγω αναρμοδιότητας του Στρατοδικείου, δεν θα δικασθούν. Στις 20 Μαΐου 1966 το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου αποφάνθηκε ότι το Σχέδιο Περικλής «ουδέποτε και εις ουδεμίαν περίπτωσιν υλοποιήθη και εξετελέσθη». Ο βασικός στόχος είχε επιτευχθεί, βρέθηκαν στη φυλακή οι έστω και λίγοι αξιωματικοί, που θα ήσαν εμπόδιο στη Χούντα των συνταγματαρχών…

Μόνο 45 μέρες μετά την απόφαση του Στρατοδικείου οι συνταγματάρχες επέβαλαν την δικτατορία. Ήσαν έτοιμοι από καιρό…Και όχι μόνο οι συνταγματάρχες.

Στις 5 Οκτωβρίου η δημοσίευση στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ανταπόκρισης από την Αθήνα του κορυφαίου Αμερικανού δημοσιογράφου Σάιρους Σουλτσμπέργκερ, στενού φίλου της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, η οποία προκαλεί πάταγο. «Εάν ο Κωνσταντίνος φοβηθή ότι η χώρα θα αντιμετώπιζεν καταστροφήν, υποψιάζομαι ότι θα έφθανε και μέχρι προσωρινής αναστολής μέρους του Συντάγματος, εφ’ όσον έκρινε τούτον αναγκαίον προς αντιμετώπισιν της προκλήσεως», γράφει ο Σουλτσμπέργκερ, ο οποίος λίγες μέρες νωρίτερα είχε γευματίσει με τον Κωνσταντίνο στο παλάτι και ως εκ τούτου τα γραφόμενά του εκλαμβάνονται ως θέσεις του βασιλιά.

 

Ο Π. Κανελλόπουλος επιβεβαίωνε τη σκευωρία

Ο τότε αρχηγός της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλος επιβεβαίωσε ότι η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν σκευωρία και έπρεπε να είχε κλείσει χωρίς δίκη : «Άμεσος στόχος εκείνων που επεχείρησαν να μεγαλοποιήσουν την υπόθεση, ήταν ο γιος του πρωθυπουργού, ο σημερινός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Είχε πράγματι ο καθηγητής Ανδρέας Παπανδρέου επαφές με κάποιους αξιωματικούς (ποιος πολιτικός, στην Ελλάδα, δεν έχει κάμει στη ζωή του κάποτε το ίδιο λάθος!) αλλά κανένα συγκεκριμένο ή σοβαρό στοιχείο δεν τον εβάρυνε. Άσχετα και από την όποια έμμεση ανάμειξη του καθηγητή Ανδρέα Παπανδρέου, ολόκληρη η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ δεν είχε προχωρήσει πέρα από μερικά πρώτα βήματα και πέρα από συγκεχυμένες προθέσεις, που – αν και ασυμβίβαστες προς τον όρκο που δίνουν οι αξιωματικοί – δεν ήταν πρωτοφανείς (δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την περίπτωση του ΙΔΕΑ) στον ελληνικό στρατό. Τον ίδιο, άλλωστε, καιρό δούλευε και υπονόμευε το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας η «χούντα» της 21ης Απριλίου (…) Όπως και άλλες παλαιότερες περιπτώσεις, και μάλιστα πολύ βαρύτερες, έπρεπε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ να κλείσει με την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων».

Σε επιστολή του στον Κ. Καραμανλή, μέσα Μαρτίου 1967, ο Π. Κανελλόπουλος έγραφε : «Η υπόθεσις ΑΣΠΙΔΑ είναι μεγάλη εμπλοκή. Έπρεπε να είχε επιταχυνθή η ανεκδιήγητος ανάκρισις, εις την οποίαν ανεμείχθησαν και ωρισμένοι σκοτεινοί, δήθεν ιδικοί μας, παράγοντες, και να είχε λήξει η όλη υπόθεσις το αργότερον προ έτους (…) Η αίτησις άρσεως της ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξεν άκαιρος (…) Ανέθεσα, προ δύο εβδομάδων, εις τον Κ. Παπακωνσταντίνου να μελετήση τον αποσταλέντα υπό του ανακριτού εις την Βουλήν φάκελλον. Μου υπέβαλε έγγραφον γνωμοδότησιν, λέγων ρητώς ότι δεν υπάρχουν εις τον φάκελλον ούτε ενδείξεις εις βάρος του Ανδρέα Παπανδρέου» (Π. Κανελλόπουλος : πως εφθάσαμεν στην 21η Απριλίου 1967).

(Αποσπάσματα από τον Γ΄ Τόμο του τετράτομου έργου Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ).

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ