Menu

A+ A A-

Στις 12 Μαρτίου 1947 ο 33ος Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν εξήγγειλε, σε κοινή συνεδρίαση της Γερουσίας και του Κογκρέσου, το «δόγμα» της μεταπολεμικής εξωτερικής των ΗΠΑ, με ειδική αναφορά στην Ελλάδα : «Οι ΗΠΑ έλαβαν εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως επείγουσα έκκληση για οικονομική βοήθεια. Οι προκαταρκτικές πληροφορίες εκ μέρους της αμερικανικής οικονομικής αποστολής, η οποία βρίσκεται, ήδη, στην Αθήνα, καθώς και οι πληροφορίες του πρεσβευτή μας στην Ελλάδα ενισχύουν τη δήλωση της ελληνικής κυβερνήσεως ότι η ανάγκη για βοήθεια είναι επιτακτική, αν η Ελλάς πρόκειται να επιζήσει ως ελεύθερο έθνος. Η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την κατάσταση».

Η παροχή οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα ήταν η αφορμή, μετά τη δήλωση της Βρετανίας ότι αδυνατεί να συνεχίσει την οικονομική ενίσχυση της Ελλάδος. Ο κύριος στόχος του Δόγματος Τρούμαν ήταν πολιτικός και συγκεκριμένα η ανάσχεση κομμουνισμού και του «σοβιετικού επεκτατισμού». Ένα χρόνο πριν είχε αρχίσει ο Εμφύλιος Πόλεμος και ο κυβερνητικές δυνάμεις είχαν ανάγκη από πρόσθετο εξοπλισμό και η κυβέρνηση εξωτερική βοήθεια για να αντιμετωπίσει επισιτιστικές ανάγκες του πληθυσμού και το σοβαρό πρόβλημα των προσφύγων που εγκατέλειπαν τις περιοχές που καταλάμβαναν οι στρατιωτικές δυνάμεις του ΚΚΕ.

Στο πρώτο «πακέτο» βοήθειας ύψους 400 εκ. δολαρίων συμπεριελήφθη και η Τουρκία, η οποία εθεωρείτο ως «στόχος» του «σοβιετικού επεκτατισμού». Γεγονός είναι ότι η πρώτη εκείνη βοήθεια, η οποία με τον εξοπλισμό έφθασε τα 300 εκ. δολάρια, συνετέλεσε αποφασιστικά στη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων και στο τέλος του Εμφυλίου το 1949. Ήταν, όμως, και η αρχή του απόλυτου ελέγχου από τις ΗΠΑ της πολιτικής και της οικονομίας.

Ο «εξοχώτατος» Πολ Πόρτερ

Ο Τρούμαν είχε στείλει στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο 1947, τον έμπιστο φίλο του Πολ Πόρτερ με σκοπό να συντάξει έκθεση για την πολιτική και οικονομική κατάσταση. Θερμή, αλλά και «ολίγον δουλική» η υποδοχή από κάποιες εφημερίδες. Το Εμπρός έγραφε «Εξοχώτατε ! Καλώς ορίσατε ! Ο Ελληνικός λαός σας υποδέχεται με ειλικρινή χαράν και με βαθυτάτην συγκίνησιν. Διότι γνωρίζει ποιος είσθε και ποιος είναι ο σκοπός της επισκέψεως. Και ότι έρχεσθε ως απεσταλμένος της μεγάλης πατρίδος σας δια να εξετάσετε και να καθορίσετε τον καλύτερον τρόπον με τον οποίον η Αμερική θα βοηθήσει την Ελλάδα….Παρακαλούμεν όμως συγχρόνως να πιστεύσετε ότι ποτέ άνθρωπος δεν ετιμήθη με τοιαύτην ιεράν αποστολήν».

Μερικά αποσπάσματα από την έκθεση του Πολ Πόρτερ μας μεταφέρουν στο σήμερα. Έγραφε : «Ο Ελληνικός λαός έχει τη δυνατότητα να εισέλθη εις μίαν περίοδον ανοικοδομήσεως και εσωτερικής ειρήνης. Αν όμως συνεχισθή η σημερινή πολιτική της αμεριμνησίας και της ευκολίας, τότε θα οδηγήση εις οικονομικήν καταστροφήν δι’ ολόκληρον τον λαόν και πιθανόν ν’αναστείλη δια μίαν γενεάν τας πιθανότητας της Ελλάδος όπως ανασυγκροτήση και εγκαθιδρύση μίαν σταθεράν οικονομίαν».

Στη συνέχεια περιγράφει με αντικειμενικότητα τη κατάσταση, που θυμίζει το σήμερα : «Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία εις το βιοτικόν επίπεδο και τα εισοδήματα ανά την Ελλάδα. Οι κερδίζοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι κερδοσκόποι και οι μαυραγορίται, διάγουν εν πλούτω και χλιδή, το πρόβλημα αυτό ουδεμία κυβέρνησις το αντιμετώπισεν αποτελεσματικώς. Εν τω μεταξύ αι λαϊκαί μάζαι περνούν αθλίαν ζωήν…. Υπάρχει εις την χώραν σημαντικόν ποσοστόν συγκεκαλλυμένης ανεργίας, δεδομένου ότι το 20% του πληθυσμού χρησιμοποιούνται από το κράτος ή εξαρτώνται εξ αυτού» (Αργότερα η Αμερικανική Αποστολή διαχείρισης της βοήθειας από τα πρώτα μέτρα που θα επιβάλει θα είναι η μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων).

Ιδού τα αίτια αυτής της κατάστασης, κατά τον Πόρτερ : «Η έλλειψις εμπιστοσύνης μεταξύ των κυβερνητικών παραγόντων και του λαού εις την ικανότητα της Ελλάδος να σώση εαυτήν οικονομικώς και η πίστις ότι όλα αυτά πρέπει να γίνουν με εξωτερικήν βοήθειαν, ωδήγησαν εις μίαν τρομακτικήν αδράνειαν».

Και οι συστάσεις : «Θα πρέπει τα αντιτιθέμενα πολιτικά κόμματα της Ελλάδος, όσα ενδιαφέρονται δια την διατήρησιν της ελληνικής ανεξαρτησίας, να εξομαλύνουν τας διαφοράς τους και να εργασθούν δια το κοινόν συμφέρον της χώρας των. Αν δεν παύση η εσωτερική πολιτική έντασις η οικονομία της Ελλάδος είναι αδύνατον να αναρρώση….Η επάρκεια της Ελληνικής κυβερνήσεως περιορίζεται σημαντικώς από μίαν πληθωρικήν, κακώς πληρωνομένη και χωρίς ηθικόν δημοσίαν υπηρεσίαν, ως και από την έλλειψιν οργανώσεως μεταξύ και εντός των υπουργείων. Πρόκειται περί κακού, το οποίον είναι δυνατόν να θεραπευθή μόνον με μακράς, συνεχείς προσπαθείας. Αι προσπάθειαι αυταί πρέπει να αρχίσουν τώρα».

Και οι απειλές : «Η Αμερικανική Αποστολή πρέπει να δύναται να εξασφαλίζει δια διαφόρων τρόπων ότι γίνεται η καλυτέρα δυνατή χρήσις της Αμερικανικής βοηθείας. Θα πρέπει να έχη την εξουσίαν ως τελευταίον μέτρον να διακόπτη ή να περιορίζη την οικονομικήν βοήθειαν όχι μόνον γενικώς αλλά και εις την περίπτωσιν οιουδήποτε σχεδίου ή ενεργείας, οσάκις καθίσταται προφανές ότι οι όροι της βοηθείας δεν ετηρήθησαν».

Η «συνταγή» του Τζορτζ Μάρσαλ

Στις 5 Ιουνίου 1947 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ στρατηγός Τζόρτζ Μάρσαλ ανακοίνωσε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το οικονομικό σκέλος του Δόγματος Τρούμαν, το οποίο αφορούσε όλη την Ευρώπη, νικητές και ηττημένους. Υποστήριξε ότι «οι ανάγκες της Ευρώπης σε τροφή και άλλα βασικά προϊόντα για τα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια – κυρίως από την Αμερική – είναι τόσο μεγαλύτερες από την ικανότητά της να πληρώση για αυτές, ώστε θα πρέπει να λάβει σημαντική επιπλέον βοήθεια, είτε θα αντιμετωπίσει πολύ σοβαρή οικονομική, κοινωνική και πολιτική υποχώρηση.

«Η συνταγή – τόνισε – της φαρμακευτικής αγωγής βρίσκεται στο σπάσιμο του φαύλου κύκλου και στην επιστροφή της αυτοπεποίθησης των Ευρωπαίων τόσο στο οικονομικό μέλλον της χώρας τους, όσο και στην Ευρώπη γενικά».

Τον επόμενο μήνα ιδρύθηκε ο «Οργανισμός για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Συνεργασία (OEEC) για τη διαχείριση της αμερικανικής βοήθειας και ουσιαστικά τον έλεγχο των οικονομικών της Ευρώπης και προς ίδιον όφελος, αφού ένα μέρος της βοήθειας θα επέστρεφε στην Αμερική από τις εξαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών, αλλά και τροφίμων.

Στις 20 Ιουνίου 1947 υπογράφηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών από τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης συνεργασίας Κ. Τσαλδάρη και τον αμερικανό πρεσβευτή η επίσημη συμφωνία για την εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ στην Ελλάδα. Το κείμενο της συμφωνίας διαπνέονταν από απόλυτη δυσπιστία προς την ικανότητα των πολιτικών και του κράτους να διαχειρισθεί τη βοήθεια.

Με τη συμφωνία παρείχετο στην Αμερικανική αποστολή ο απόλυτος έλεγχος στη διαχείριση της βοήθειας, αλλά και των «ιδίων πόρων της Ελλάδος». Ακολουθούσε ακριβώς τις προτάσεις της έκθεσης Πόρτερ, που όριζε με σαφήνεια την «οικονομική υποτέλεια» : «Η Αποστολή θα πρέπει να μετέχη εις την ανάπτυξιν της πολιτικής εσόδων και εξόδων. Θα απαιτηθή η εκ μέρους της έγκρισις του προϋπολογισμού πριν τεθή ούτος εν ισχύι… Δια να είναι αποτελεσματική η Αποστολή θα πρέπη να ενδιαφερθή δια όλας τας δαπάνας, αι οποίαι γίνονται έξω της Ελλάδος με αμερικανικά κεφάλαια και κατ’ανάγκην και με ελληνικά κεφάλαια».

Η αμερικανική «υπερκυβέρνηση»

Αμέσως μετά την επικύρωση της συμφωνίας συγκροτήθηκε η AMAG (AmericanMissionAidGreece). To πρώτο κλιμάκιο έφθασε στην Αθήνα στις αρχές Ιουλίου 1947 και εγκαταστάθηκε στο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, στην οδό Σταδίου. Αρχηγός της Αποστολής ορίστηκε ο Ντουάιτ Γκρίσγουολντ, Ρεπουμπλικανός πρώην κυβερνήτης της Νεμπράσκα. Το αρχικό οργανόγραμμα της Αποστολής προέβλεπε 696 άτομα (295 αμερικανούς, 393 έλληνες και 8 βρετανούς).

Από τις πρώτες αποφάσεις της Αποστολής ήταν η ίδρυση «Αντισταθμιστικού Ταμείου», στο οποίο θα κατατίθετο κάθε ποσό της αμερικανικής βοήθειας και αντίστοιχο ποσό σε δραχμές από την ελληνική κυβέρνηση. Η διάθεση των πόρων θα ήταν υπό τον άμεσο έλεγχο της Αποστολής. Από τους πόρους του Ταμείου θα καλύπτονταν ελλείμματα του προϋπολογισμού, στρατιωτικές δαπάνες, προγράμματα ανοικοδόμησης και ανάπτυξης.

Το 1948 καταρτίσθηκε το πρώτο πρόγραμμα ανασυγκρότησης και ανάπτυξης, το οποίο κάλυπτε τη τετραετία 1948-52, όσο και συμφωνηθείσα διάρκεια της αμερικανικής βοήθειας. Ακολουθούσε την επισήμανση του Πόρτερ ότι ο στόχος δεν έπρεπε να περιορισθεί στην ανασυγκρότηση της προπολεμικής οικονομίας, αλλά να επεκτείνεται και σε ευρύτερη αναπτυξιακή προσπάθεια.

Βασικοί στόχοι του προγράμματος ήσαν η ανασυγκρότηση και η επέκταση των υποδομών, η αναμόρφωση της γεωργίας με αρδευτικά έργα και αναδιάρθρωση της παραγωγής, η ανάπτυξη της παραγωγής ενέργειας με υδροηλεκτρικά έργα και η ενίσχυση υφισταμένων και νέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Για την εφαρμογή του προγράμματος είχαν προβλεφθεί δαπάνες ύψους 1,06 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία 592 εκατομμύρια θα αποτελούσαν συναλλαγματικές δαπάνες και τα 465 δραχμικές. Το ετήσιο εθνικό εισόδημα την περίοδο εκείνη έφθανε στο 1,7 δις δολάρια.

Όπως υπογραμμίζει ο Α.Β.Βετσόπουλος (Η Ελλάδα και το Σχέδιο Μάρσαλ) : «Αναμφίβολα, το θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν η απουσία ξένης βοηθείας, αλλά η αδυναμία απορρόφησης αυτής της βοήθειας, η οποία διατέθηκε ως δώρο, χωρίς να αυξηθεί επικίνδυνα ο πληθωρισμός και να ματαιώσει την επείγουσα σταθεροποίησή της. Αυτή η εξέλιξη επιβαρυνόταν και από την απροθυμία της εγχώριας αστικής τάξης να επενδύσει τα κεφάλαια σε παραγωγικούς τομείς της εθνικής οικονομίας και από την επιδίωξή της να αναζητήσει να τοποθετήσει αυτά σε «ξένους ουρανούς» ή να καταφύγει σε δραστηριότητες αποθησαυρισμού».

Ο καθηγητής Νικολαΐδης, εκπρόσωπος της Ελλάδος, τότε, στον OECD έγραφε, τον Ιούνιο 1956 στη Νέα Οικονομία «Η εκβιομηχάνιση συνάντησε άπειρες αντιδράσεις λόγω των συνεπειών που ενδεχομένως θα είχε αυτή στο εξαγωγικό εμπόριο των ενδιαφερομένων χωρών και λόγω της οικονομικής αυτάρκειας που θα δημιουργούσε σε λίγα χρόνια στην Ελλάδα. Έτσι εμπορικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα υπαγόρευσαν στις χώρες, που πρόσφεραν βοήθεια, μια ανυπόκριτη εχθρότητα προς τα σχέδια για εκβιομηχάνιση της χώρας».

Και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (Η Ελληνική Ταγωδία) αναφέρει την περίπτωση υψικαμίνου που είχε παραχωρήσει η Γερμανία το 1949 στην Ελλάδα, ως μέρος των πολεμικών αποζημιώσεων. Ο Αρχηγός της Αμερικανικής Αποστολής απέκλεισε την εγκατάστασή της και τα μηχανήματα πουλήθηκαν στο Αμβούργο ως παληοσίδερα για λογαριασμό της Ελλάδος.

Ελλείμματα, πληθωρισμός και αποθησαυρισμός

Αυτή η πολιτική της Αμερικανικής Αποστολής μέχρι κάποιο σημείο δικαιολογεί την ουσιαστική εγκατάλειψη του αναπτυξιακού σκέλους του τετραετούς προγράμματος. Δεν ήταν, όμως, μόνο οι Αμερικανοί οι οποίοι ήσαν αντίθετοι, την εποχή εκείνη, στην εγκαθίδρυση βαριάς βιομηχανίας, η οποία θα απαιτούσε σημαντικά κεφάλαια και θα ήταν ήσσονος ανταγωνιστικότητας, δεδομένου ότι με το Σχέδιο Μάρσαλ χρηματοδοτούνταν ανάλογες βιομηχανίες στην Ευρώπη, για παράδειγμα στη Γερμανία, όπου υπήρχε σημαντική προπολεμική εμπειρία και πρώτες ύλες.

Ένας σημαντικός λόγος περιορισμού του αναπτυξιακού σκέλους του προγράμματος ήταν η απόφαση να δοθεί προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του ελλείμματος του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου πληρωμών, αλλά και του συνεχώς ανερχόμενου πληθωρισμού. Ήταν ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος οδηγούσε σε απαξίωση την δραχμή με συνέπεια τον αποθησαυρισμό και την αθρόα αγορά λιρών. Οι καταθέσεις στις τράπεζες μειώνονταν συνεχώς και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα χρηματοδότησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Παρά το γεγονός ότι οι μισθοί και οι συντάξεις ήταν σε χαμηλά επίπεδα η επιβάρυνση του προϋπολογισμού ήταν σημαντική λόγω του μεγάλου αριθμού των υπαλλήλων – του μεγαλύτερου στη Δυτική Ευρώπη – και παρά την πίεση των Αμερικανών οι κυβερνήσεις αρνούνταν τη μείωση. Αντίθετα συνεχώς προχωρούσαν και σε νέες προσλήψεις. Σημαντική η επιβάρυνση με στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες ξεπερνούσαν το 40% του προϋπολογισμού. Το μεγάλο έλλειμμα του προϋπολογισμού καλύπτονταν με τους άδηλους πόρους, κυρίως, από τη Ναυτιλία και την έκδοση νέου χρήματος. Από τον Δεκέμβριο 1947 μέχρι τον Δεκέμβριο 1949 η κυκλοφορία χρήματος διπλασιάστηκε με συνέπεια την αύξηση των εισαγωγών, και μάλιστα σε είδη πολυτελείας, και του πληθωρισμού.

 

Σε εισαγωγές και «παγωμένες πιστώσεις» η βοήθεια !

Το 1952, το τέλος του τετραετούς προγράμματος, η κυβέρνηση Κέντρου και προσωπικά ο υπουργός Συντονισμού Γεώργιος Καρτάλης παρουσιάζει τον απολογισμό της αντιπληθωριστικής πολιτικής : αποκατάσταση της νομισματικής σταθερότητας, περιορισμός του ελλείμματος του προϋπολογισμού, μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και περιστολή της χρυσοφιλίας και πτώση της τιμής της λίρας.

Αυτή ήταν η θετική πλευρά της αντιπληθωριστικής πολιτικής που επέβαλαν οι Αμερικανοί και εφάρμοσε η κυβέρνηση Πλαστήρα. Οι επιπτώσεις, όμως, στο εισόδημα των εργαζομένων και στην αγορά ήταν επώδυνες. Για πρώτη φορά μετά την απελευθέρωση εμφανίζεται κάμψη στη βιομηχανική παραγωγή και το ΑΕΠ σημείωσε αύξηση κατά 1,5% από τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Ο αγροτικός πληθυσμός παρουσίαζε «πλεόνασμα» που έφθανε στο ένα εκατομμύριο, ενώ ο αστικός πληθυσμός, που είχε αυξηθεί κατά τον Εμφύλιο, υπέφερε από ανεργία και πολλοί κατέφευγαν σε παρασιτικές δουλειές και όχι πάντοτε νόμιμες.

Ο Καρτάλης αποκάλυψε ότι «από το σύνολο των 750 εκ. δολαρίων του Σχεδίου Μάρσαλ μέχρι το τέλος Ιουνίου 1951 πλέον του 75% κατηναλώθησαν δι’εισαγωγάς καταναλωτικών αγαθών προς ικανοποίησιν των τρεχουσών αναγκών της χώρας και ολιγώτερον των 25% απέμειναν δια τη χρηματοδότησιν αγαθών κεφαλαίου».

Στη συνέχεια ο Καρτάλης αναφέρθηκε στο σοβαρό πρόβλημα των στρατιωτικών δαπανών, που απορροφούσαν το 45% του προϋπολογισμού. Στη τετραετία 1948-52 το συσσωρευτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού έφθασε ανήλθε στα 3,600 δις δραχμών, το ύψος των στρατιωτικών δαπανών πλησίασε τα 9.000 δις.

Μετά λίγες μέρες ο Γ. Καρτάλης αποκάλυψε ένα από τα «αδύνατα» - επιεικώς – σημεία της ελληνικής «επιχειρηματικότητας», τις περίφημες «παγωμένες πιστώσεις», οι οποίες δημιουργούσαν εμπλοκή στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων και δημιούργησαν «βιομηχάνους» χωρίς βιομηχανίες ! Από σύνολο 1047 βιομηχανίες της εποχής εκείνης οι δέκα (10) πήραν από τις πιστώσεις του Σχεδίου Μάρσαλ ύψους 450 δις δραχμών τα 273 δις ! Η κυβέρνηση απέτυχε στη προσπάθειά της να τις «ξεπαγώσει» και να εισπράξει έστω κα ένα μέρος. Όπως απέτυχαν και στη συνέχεια οι κυβερνήσεις Παπάγου και Καραμανλή.

Η «παρασιτική μεσαία τάξη»

Ο καθηγητής Κ. Τσουκαλάς περιγράφει τη «συγκρότηση», την εποχή του Σχεδίου Μάρσαλ, της «παρασιτικής μεσαίας αστικής τάξης» (Η Ελληνική Τραγωδία) : «Οι οικοδομικές επιχειρήσεις και το εμπόριο απέδιδαν μεγαλύτερα κέρδη από τη βιομηχανία και παρείχαν μεγαλύτερη ασφάλεια. Εφόσον το οικονομικό σύστημα δεν μπορούσε να απορροφήσει το εργατικό δυναμικό ο λαός έπρεπε να φροντίσει μόνος για την τύχη του. Το εφευρετικό μεσογειακό μυαλό «ανακάλυψε» νέα προϊόντα, νέες τεχνολογίες, νέες υπηρεσίες και νέα επαγγέλματα. Αναρίθμητα άτομα κατόρθωσαν να αποκτήσουν περισσότερες ή λιγότερες παρασιτικές προσόδους, κινούμενα στο περιθώριο του παραγωγικού συστήματος. Το μικροεμπόριο, οι προσωπικές υπηρεσίες όλων των ειδών και διάφορες μεσολαβητικές δραστηριότητες (συχνά συνδεδεμένες με τον παραδιοικητικό μηχανισμό μέσω του οποίου ο πολίτης κατόρθωνε να πλησιάσει ναρκωμένες και ανίκανες δημόσιες υπηρεσίες) απορρόφησαν εκατοντάδες χιλιάδες άτομα. Με το πέρασμα του χρόνου αυτός ο τρόπος ζωής σταθεροποιήθηκε. Σταδιακά δημιουργήθηκε ένα στρώμα ατόμων που «έκαναν το κομπόδεμά τους» και από αυτούς προήλθε μια νέα και μεγάλη παρασιτική μεσαία τάξη. Οι μισθωτοί υπάλληλοι πύκνωναν τις τάξεις αυτού του κοινωνικού στρώματος. Το σταθερό, όμως, υψηλό ποσοστό ανεργίας (20% του ενεργού πληθυσμού των πόλεων) και η συνακόλουθη υπερβολική διακύμανση των απασχολουμένων εμπόδισαν τη δημιουργία μιας νέας σταθερής αστικής τάξης.

Μόνον – συνεχίζει ο Τσουκαλάς – κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950-60 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄60 η ταχεία οικονομική άνοδος οδήγησε στην εμφάνιση ενός στρώματος τεχνικών, ανωτέρων υπαλλήλων, ελευθέρων επαγγελματιών, διοικητικών στελεχών και διανοουμένων. Οι νέες αυτές «επαγγελματικές» διαχωρίζονταν σαφώς από την κατεστημένη μεσαία τάξη και ιδίως από την «ολιγαρχία». Η εμφάνισή τους ως κοινωνικής δύναμης συμπίπτει με το λαϊκό κίνημα που επανέφερε στην εξουσία το Κέντρο το 1963».

Ο απολογισμός του Σχεδίου Μάρσαλ

Το Νοέμβριο 1951 έφθασε στην Ελλάδα ο Tenenbaum για να σχεδιάσει τη τελική φάση του σταθεροποιητικού προγράμματος. Η έκθεση του συνιστά και έναν απολογισμό του Σχεδίου Μάρσαλ : «Μια ειλικρινής και έγκυρη αξιολόγηση – γράφει – των πολιτικών που ακολουθήσαμε στο παρελθόν οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματά τους είναι αρνητικά. Σταματήσαμε τον κομμουνισμό. Αλλά δεν έχουμε τίποτε το βιώσιμο στη θέση του. Δώσαμε πολύ βοήθεια στην Ελλάδα. Αλλά ελάχιστη έφθασε στους Έλληνες που την χρειάζονταν περισσότερο. Πληρώσαμε για ακριβές επενδύσεις. Αλλά όσο τις εξετάζουμε, τόσο λιγότερο νόημα φαίνεται να έχουν … Αποκαταστήσαμε τη τάξη. Αλλά αυτή η τάξη προστατεύεται από διαδοχικές αδύναμες κυβερνήσεις, αντιδημοφιλείς, αναξιόπιστες και διαβρωμένες από τη διαφθορά. Προκαλέσαμε την ανασυγκρότηση στα χαρτιά. Αλλά η Ελλάδα δεν δείχνει ακόμα σημάδια ότι μπορεί να στηρίξει τον εαυτό της στο μέλλον. Χτίσαμε δρόμους, σύντομα θα καταρρεύσουν. Αυξήσαμε τους μισθούς – οι τιμές αυξήθηκαν πιο γρήγορα. Δώσαμε πλοία (τα περίφημα λίμπερτυ) τα έσοδά τους δεν επιστρέφουν στην Ελλάδα. Συνοπτικά η Ελλάδα είναι μια χώρα διαλυμένη από τον πόλεμο, με τεράστια κοινωνικά προβλήματα και χωρίς θεμελιακές αλλαγές, που αντιμετωπίζει ένα διογκωμένο πληθωρισμό και συνεχίζει να επιβιώνει με τη δική μας συνεχιζόμενη βοήθεια».

Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από την εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ και τρία από την εφαρμογή του προγράμματος ανασυγκρότησης και ανάπτυξης όταν υπέβαλε την έκθεση του ο Tenenbaum. Πρότεινε έξι μέτρα : συρρίκνωση του επενδυτικού προγράμματος, ισοσκέλιση του προϋπολογισμού με περικοπή δαπανών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, τη μερική εγκατάλειψη της διανομής τροφίμων με δελτίο, τη δραστική περικοπή των επιδοτήσεων και την περιστολή των πιστώσεων. (Γ. Σταθάκης, Το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ).

Άσκηση πολιτικής εξουσίας

Για να εφαρμοσθούν αυτά τα μέτρα έπρεπε η Αμερικανική Αποστολή να δείξει αποφασιστικότητα, αφού, κατά τον Tenenbaum, διέθετε αρκετή εξουσία για να επιβάλλει τις αποφάσεις της. «Η δύναμή μας στην Ελλάδα – τόνιζε – είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από οποιανδήποτε χώρα του Σχεδίου Μάρσαλ. Ο οικονομικός λόγος είναι απλός : περίπου 25% του εθνικού εισοδήματος της Ελλάδος προέρχεται από τα ελεύθερα δώρα της αμερικανικής βοήθειας».

Οι παρεμβάσεις στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ άρχισαν αμέσως μετά την εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν. Ο Μάρσαλ έδινε σαφείς οδηγίες στον Αρχηγό της Αμερικανικής Αποστολής Γκρήνγουωλντ, τον Ιούλιο 1947. Η «ιδανική περίπτωση» είναι τα μέλη των κυβερνήσεων να επιλεγούν από την αριστερά, το κέντρο και τη δεξιά. Αλλά, «να μην είναι τόσο αριστεροί που να προσφέρονται σε παραχωρήσεις ή διαπραγματεύσεις με τους κομμουνιστές, ούτε τόσο δεξιοί που να αρνούνται τη συνεργασία με μη κομμουνιστές».

Με βάση αυτό το «δόγμα» επεβλήθη ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης στην πρωθυπουργία της κυβέρνησης συνεργασίας με το Λαϊκό Κόμμα. Όταν πέθανε ο Σοφούλης, τον Ιούνιο 1949, που συνέπεσε με το τέλος του Εμφυλίου οι Αμερικανοί αποφάσισαν να γυρίσουν «σελίδα». Ο πρεσβευτής Γκραίηντυ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ νομίζουν ότι ήλθε η ώρα των εκλογών για να επικυρώσει η λαϊκή ψήφος το τέλος του πολέμου και τη συμφιλίωση των κυριοτέρων πολιτικών παρατάξεων με την εκλογή ενός πλέον αντιπροσωπευτικού κοινοβουλίου από εκείνο το 1946.

Ο Γρήσγουωλντ, σε σχετική αναφορά του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριζε ότι δεν μπορεί να εδραιωθεί η ειρήνη και ησυχία στην Ελλάδα «στηρίζοντας μια κυβέρνηση στα δεξιά κόμματα», διότι «οι ομάδες αυτές έχουν μια ισχυρή τάση να εξοντώνουν όλους τους Έλληνες που δεν συμφωνούν πολιτικά μαζί τους». Και τονίζει : «Κατά τη γνώμη μου, έχει μεγάλη σημασία να προσπαθήσουν οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ στην Ελλάδα να αναδείξουν μία ηγεσία μετριοπαθών και διορατικών φιλελευθέρων…».

Δεν αποτέλεσε έκπληξη όταν μετά τις εκλογές της 8ης Μαρτίου 1950 οι Αμερικανοί υποστήριξαν την ανάθεση στον Πλαστήρα του σχηματισμού κυβέρνησης των κομμάτων του Κέντρου, τα οποία είχαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οι τέσσερις ηγέτες του Κέντρου Ν. Πλαστήρας, Σ. Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου και Εμμ. Τσουδερός είχαν συμφωνήσει να προταθεί στο βασιλιά η ανάθεση της εντολής στον Πλαστήρα. Ο Βενιζέλος, όμως, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι κλήθηκε στα Ανάκτορα πρώτος, ως ηγέτης του πλειοψηφίσαντος κόμματος. Απέκρυψε από τον βασιλιά τη συμφωνία των «τεσσάρων» και εκμεταλλεύτηκε το «προσωπικό μίσος» του Παύλου προς τον Πλαστήρα εξαιτίας της εξορίας του βασιλιά Κωνσταντίνου μετά το κίνημα του 1922. Απέσπασε την εντολή και σχημάτισε κυβέρνηση με αντιπρόεδρο τον Π.Κανελλόπουλο.

Ο Γ.Παπανδρέου δηλώνει ότι ο σχηματισμός κυβερνήσεως Βενιζέλου «ανήκει εις τα θλιβερά σελίδας της πολιτικής ιστορίας του τόπου». Ο Βενιζέλος απαντά : «Εξεστι Παπανδρέου ασχημονείν». Έτσι άρχισε η «βεντέτα» των δύο αρχηγών του Κέντρου με διακυμάνσεις μεταξύ «φιλίας» και «έχθρας» και θα κρατήσει μέχρι το θάνατο του Βενιζέλου το 1963.

Στις 25 Μαρτίου επιστρέφει επειγόντως από τη Γενεύη ο πρεσβευτής Γραίηντυ και θέτει θέμα παραίτησης του Βενιζέλου και ανάθεση της εντολής στον Πλαστήρα. Ο Βενιζέλος αρνείται και δηλώνει ότι «η κυβέρνηση απολαμβάνει της πλήρους εμπιστοσύνης του Άνακτος». Ο Γραίηντυ αποφασίζει να παρέμβει απροκάλυπτα και δημόσια για την «αποπομπή» του Βενιζέλου. Στις 31 Μαρτίου στέλνει στο Βενιζέλος μακροσκελή επιστολή, την οποία δίδει και στη δημοσιότητα. Γράφει : «Η αμερικανική κυβέρνησις έχει την υποχρέωσιν και την πρόθεσιν όπως, προκειμένου περί χωρών του Σχεδίου Μάρσαλ, κρίνη κατά πόσον οι επιτεύξεις της λαμβανούσης την βοήθεια κυβερνήσεως…δικαιολογούν την συνέχισιν της βοηθείας κατά την μέχρι σήμερον προβλεπομένην έκτασιν». Ουσιαστικά απειλεί με διακοπή της βοήθειας εάν δεν παραιτηθεί ο Βενιζέλος. Όπως τηλεγραφούσε το Ασοσσίεντ Πρες η επιστολή περιέχει «την πιο δριμεία φρασεολογία που έχει χρησιμοποιηθεί ως τώρα από Αμερικανούς αντιπροσώπους σε μία χώρα του Σχεδίου Μάρσαλ».

Ο Βενιζέλος προσπαθεί να βρει συμμάχους στα κόμματα του Κέντρου και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Δεν βρήκε ανταπόκριση. Οι Αμερικανοί συνεχίζουν τις πιέσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών Άτσεσον δηλώνει ότι η επιστολή Γκταίηντυ έχει την έγκρισή του. Στις 11 Απριλίου 1950 διαχειριστής του Σχεδίου Μάρσαλ αναγγέλλει ότι εγκρίθηκε το πρόγραμμα εξηλεκτρισμού με ύψος δαπάνης 79.060.000 δολλάρια. Αλλά προσθέτει ότι θα αρχίσει να εφαρμόζεται μόνο όταν η κυβέρνηση εξασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει κίνδυνος πληθωρισμού, πραγματοποιήσει οικονομικό σχέδιο και προχωρήσει σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις και καθήλωση των μισθών και ημερομισθίων.

Τελικά ο Βενιζέλος παραιτείται και στις 15 Απριλίου 1950 ορκίζεται η κυβέρνηση Πλαστήρα με αντιπρόεδρο και υπουργό Εσωτερικών τον Γ.Παπανδρέου. Ο Σ.Βενιζέλος αρνείται να μετάσχει στη κυβέρνηση και αναχωρεί στο εξωτερικό. Αρχίζει η δραματική περιπέτεια του «κεντρώου διαλείμματος». Ο Βενιζέλος θα ανατρέψει το δεκαπενταύγουστο τον Πλαστήρα και θα σχηματίσει κυβέρνηση με τον Παπανδρέου. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1950 θα διευρυνθεί η κυβέρνηση με τη συμμετοχή του αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Κ. Τσαλδάρη. Στις 3 Νοεμβρίου θα αποχωρήσει ο Τσαλδάρης, νέος ανασχηματισμός.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1951 νέες βουλευτικές εκλογές. Τα κόμματα του Κέντρου έχουν και πάλι κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Σχηματίζεται μια ακόμη κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Πλαστήρα με αντιπρόεδρο και υπουργό Εξωτερικών τον Βενιζέλο και υπουργό Συντονισμού τον Γεώργιο Καρτάλη. Είναι η έκτη και τελευταία κυβέρνηση του Κέντρου.

Οι Αμερικανοί είχαν σχεδιάσει από το 1951 τη διαδοχή του Κέντρου με τον Παπάγο. Πρωταγωνιστής ο νέος αμερικανός πρεσβευτής, ο αδίστακτος και προκλητικός Πιουριφόι και συμπρωταγωνιστής ο ανακτορικός φίλος και «καθοδηγητής» του Παπάγου. Στις εκλογές του 1951 η Ελληνικός Συναγερμός του Παπάγου κατέλαβε την πρώτη θέση με 36,53% και 114 έδρες. Αρνήθηκε να λάβει την εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης και ζήτησε εκλογές. Δεν είχε έλθει η «ώρα» του. Το Κέντρο έπρεπε, κατά τους σχεδιασμούς του Πιουριφόι να «πιεί και τη τελευταία σταγόνα της αντιπληθωριστικής πολιτικής» και να «στιγματισθεί» με την εκτέλεση των ηγετικών στελεχών του ΚΑΙ Ν. Μπελογιάννη, Δ. Μπάτση, Ν.Καλούμενου και Ηλία Αργυριάδη (20 Μαρτίου 1952) για να «μη σηκώσει κεφάλι» τα επόμενα χρόνια.

Η έντονη και διαρκής αντιπληθωριστική πολιτική, αναγκαία για την οικονομική εξυγίανση της οικονομίας και αύξηση της ανάπτυξης, είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε ολόκληρη τη κοινωνία, γιατί οι πάντες εθίγοντο και οι εργαζόμενοι και οι παραγωγικές τάξεις. Και τα πυρά στρέφονταν κατά των κομμάτων του Κέντρου.

Ο Ιωάννης Ζίγδης, υπουργός Βιομηχανίας στην τελευταία κυβέρνηση, προτείνει στον Πλαστήρα να πάει στην Αμερική και να ζητήσει η αύξηση της βοήθειας – είχε αρχίσει να μειώνεται μετά τον πόλεμο της Κορέας το 1950 – ή μείωση των στρατιωτικών δαπανών. Το Θέμα τέθηκε στην Αμερικανική Αποστολή, η οποία το απορρίπτει και επιμένει στη συνέχιση της ανιπληθωριστικής πολιτικής. Ο Καρτάλης παραιτείται και ο Πλαστήρας προτείνει στο Ζίγδη να τον διαδεχθεί στο Υπουργείο Συντονισμού. Ο Ζίγδης απαντά : Όχι τώρα που βρισκόμαστε στη μέση του ποταμού !

Θα φροντίσει ο Πιουριφόι να μη διανύσει το Κέντρο το υπόλοιπο του ποταμού. Τον Αύγουστο 1952 σε συνέντευξη του στο ΒΗΜΑ δηλώνει ότι πρέπει «να διευκρινισθεί το ταχύτερον ένα άλλο ζήτημα, δηλαδή ποίον θέλει ο Ελληνικός Λαός ως κυβερνήτην, τον στρατάρχην Παπάγον ή τον στρατηγόν Πλαστήραν». Δεν ήταν τυχαία η πρόταση του Παπάγου. Στη συνέχεια ορίζει ότι οι εκλογές πρέπει να γίνουν με το πλειοψηφικό και προειδοποιεί : «Η εφετεινή βοήθεια θα επαρκέση δια τας ανάγκας της χώρας εάν ευρεθή εις την αρχήν ισχυρά κυβέρνησις».

Ο Πλαστήρας υποκύπτει και δέχεται το πλειοψηφικό και με τη «βοήθεια» και του ΚΚΕ, με το γνωστό σύνθημα «Πλαστήρας-τι Παπάγος» ο στρατάρχης σάρωσε στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952 με 49,22% και 240 έδρες. Όταν το 1955 πέθανε ο Παπάγος Ανάκτορα και οι Αμερικανοί είχαν προετοιμάσει τη διαδοχή με τον Κ.Καραμανλή.

Το Κέντρο ήταν το «πολιτικό θύμα» του Σχεδίου Μάρσαλ, αλλά και της αντιπαλότητας, αλλά και ανευθυνότητας των ηγετών του. Έξι κυβερνήσεις σε δυόμισι χρόνια ήσαν ισχυρά προσχήματα για τις αμερικανικές παρεμβάσεις. Θα περάσουν ένδεκα χρόνια κυριαρχίας της δεξιάς για να ανασυγκροτηθεί το Κέντρο και να επανέλθει στην εξουσία το 1963 υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου.

Την αντιπληθωριστική πολιτική του Κέντρου θα καρπωθεί η κυβέρνηση Παπάγου με τη γενναία υποτίμηση της δραχμής (30.000 δραχμές το δολάριο από 15.000), που άνοιξε τον δρόμο στην ανάπτυξη, η οποία θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς μετά το 1960.

Ένα Σχέδιο Μάρσαλ σήμερα

Επειδή γίνεται συζήτηση για ένα «Σχέδιο Μάρσαλ» για να βγει η χώρα από την υπανάπτυξη η μελέτη της εφαρμογής και των αποτελεσμάτων του Σχεδίου Μάρσαλ της περιόδου 1947 είναι απαραίτητη και χρήσιμη. Κατ’αρχή δεν είναι οι ίδιες συνθήκες. Τότε υπήρχαν δύο σοβαρά προβλήματα, τα οποία απορρόφησαν σημαντικό ποσοστό της βοήθειας : ο Εμφύλιος πόλεμος, η αποκατάσταση των προσφύγων και η αντιμετώπιση της πείνας.

Τα ποσά της αμερικανικής βοήθειας ήταν σημαντικά. Ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος έχει υπολογίσει ότι το συνολικό ποσό της βοήθειας έφθασε τα 2.138 εκατομμύρια δολλάρια και είναι μεγαλύτερο από τα εξωτερικά δάνεια που έλαβε η χώρα από το 1821 μέχρι το 1930 και αντιστοιχεί σε τέσσερις φορές το προπολεμικό εθνικό εισόδημα. Ένα μεγάλο μέρος, όπως έχει, ήδη, αναφερθεί, αναλώθηκε στην κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στη κάλυψη στρατιωτικών δαπανών, στη στέγαση των προσφύγων.

Σε άρθρο του στο ΒΗΜΑ (Δεκέμβριος 1957) ο Αγγελόπουλος επισημαίνει ότι «άνευ της βοηθείας αυτής η Ελλάς δεν θα ήτο εις θέσιν να φθάση εις το σημερινόν επίπεδον αναπτύξεώς της, το οποίον είναι, εν τω συνόλω κρινόμενον, πολύ ανώτερον του προπολεμικού». Θεωρεί λάθος ότι έστω και ένα μικρό ποσοστό 5% δεν διατέθηκε για την εκβιομηχάνιση της χώρας με την αξιοποίηση του ελληνικού πλούτου. Και υποστηρίζει ότι εάν οι κυβερνήσεις είχαν διεκδικήσει ανάλογες επενδύσεις θα είχαν εξευρεθεί και δύσκολα θα έφεραν αντίρρηση οι Αμερικανοί.

Τα έργα υποδομής και εξηλεκτρισμού ολοκληρώθηκαν και επεκτάθηκαν τα επόμενα έτη, η εμπιστοσύνη στη δραχμή αποκατάσταθηκε. Η ανάπτυξη, όμως, ήταν βραδύτατη και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών να αυξάνεται και να καλύπτεται από τα συναλλαγματικά αποθέματα της Τράπεζας της Ελλάδος.

Και μία σύγκριση, που πρέπει να μας προβληματίσει για τις δικές μας ευθύνες για την αντι-αναπτυξιακή χρήση του Σχεδίου Μάρσαλ και για την αξιοποίηση της όποιας προσδοκώμενης αναπτυξιακής βοήθειας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από το Σχέδιο Μάρσαλ η Γερμανία έλαβε σημαντικά μικρότερη βοήθεια από την Ελλάδα. Το 1953 ήταν σε θέση να κάνει επενδύσεις στην Ελλάδα και τα επόμενα χρόνια χρειάστηκε 600.000 Έλληνες και διπλάσιους Τούρκους εργάτες για να καλύψει την αλματώδη αύξηση της βιομηχανίας της.

 

Μεγαλειοτάτη

Αγαπητέ Στρατηγέ Μάρσαλ

Η Βασίλισσα Φρειδερίκη είχε γνωρίσει τον στρατηγό Μάρσαλ στο Λονδίνο το 1947 με μεσολάβηση του Τσόρτσιλ. Είχε ζητήσει από τον Βρετανό πρωθυπουργό ενίσχυση του ορεινού πυροβολικού. Την παρέπεμψε στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρσαλ. Η συνάντηση έγινε στο διαμέρισμα της στο ξενοδοχείο Κλάριτζες. Η Φρειδερίκη περιγράφει : «Θυμάμαι ακόμη το έκπληκτο βλέμμα του όταν ανταλλάξαμε χειραψία. Φαντάζομαι ότι θα περίμενε να δη κάποιο πρόσωπο σαν τη γηραιά Βασίλισσα Μαίρη και δεν ήταν προετοιμασμένος να συναντήσει ένα άτομο που δεν φαινόταν να είναι αρκετά ώριμο για το ρόλο της Βασιλίσσης». Ήταν, όμως, εντυπωσιακή ως γυναίκα…

Από τότε άρχισε μια φιλία και τακτική αλληλογραφία μεταξύ της Μεγαλειοτάτης, όπως την προσφωνούσε ο Μάρσαλ και του «Αγαπητού Στρατηγού Μάρσαλ». Σε μία από τις τελευταίες επιστολές η Φρειδερίκη έγραφε στο Στρατηγό για την επιλογή Καραμανλή. Ημερομηνία 13 Οκτωβρίου 1955 «Ο Παπάγος ήταν σε απελπιστική κατάσταση, κατάκοιτος στο σπίτι του… Βαδίζαμε σε πλήρες χάος. Κι έπειτα ο Παπάγος πέθανε. Μέσα σε μερικές ώρες ο σύζυγός μου διώρισε Πρωθυπουργό ένα νέον άνδρα, αυτοδημιούργητον, από τη Μακεδονία. Για να τον βοηθήση του παραχώρησε το δικαίωμα να διαλύση το Κοινοβούλιο και να προκηρύξει νέες εκλογές, εφ’όσον δεν θα πετύχαινε να λάβη ψήφο εμπιστοσύνης.

«Ο κύριος Καραμανλής, ο σημερινός Πρωθυπουργός, είχε διατελέσει υπουργός – εξαιρετικά επιτυχημένος – στην Κυβέρνηση Παπάγου. Η χώρα αισθάνθηκε σαν να είχε πιεί σαμπάνια. Σε διάστημα επτά ωρών μία νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε, ωρκίστηκε και παρουσιάσθηκε στο Κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν 200 υπέρ Καραμανλή και 77 κατά, πράγμα που ήλθε σαν πλήρης δικαίωσις του Βασιλέως… Από τότε εξασφαλίσαμε κα πάλι ήσυχο ύπνο τη νύκτα…».

Για το Σχέδιο Μάρσαλ δεν υπάρχει αναφορά στην αλληλογραφία. Συχνά η Φρειδερίκη αναφέρεται στο Κυπριακό, στην εσωτερική και διεθνή πολιτική και περιγραφές των ταξιδίων στο εξωτερικό.

 

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ