Menu

A+ A A-

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης στην απαγορευμένη μαραθώνια πορεία.

 

Θεσσαλονίκη, Τετάρτη 22 Μαΐου 1963. Στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Ερμού βρίσκεται η αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος.

Στις 7 το βράδυ η αίθουσα είχε γεμίσει με οπαδούς και φίλους της Επιτροπής Ειρήνης. Ανέμεναν τον κύριο ομιλητή, το συνεργαζόμενο με την ΕΔΑ βουλευτή Πειραιώς Γρηγόρη Λαμπράκη.

Την ίδια ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο είχε συγκεντρωθεί, οργανωμένα, ένα ετερώνυμο πλήθος υπό την «προστασία» ισχυρής δύναμης Χωροφυλακής.

Η τοπική ηγεσία της Χωροφυλακής είχε ενημερωθεί ότι κάποιοι «αντιφρονούντες» θα προκαλούσαν επεισόδια και κινδύνευε η ζωή του Λαμπράκη.

Άμεση και πρωτοφανής η κινητοποίηση. Δύναμη 180 ανδρών και αξιωματικών με επικεφαλής τον επιθεωρητή Χωροφυλακής στρατηγό Μήτσου, το διευθυντή της Αστυνομίας Ευθ. Καμουτσή, τον υποδιευθυντή Μιχ. Διαμαντόπουλο, το διοικητή της Εθνικής Ασφαλείας Κ. Δόλκα και τους υπομοιράρχους Εμμ. Καπελώνη και Δ.Κατσούλη.

Με την εμφάνιση του Λαμπράκη και την έναρξη της ομιλίας θα αποδειχθεί ότι «αποστολή» της Αστυνομίας δεν ήταν η προστασία της συγκέντρωσης των φίλων της ειρήνης και του Λαμπράκη, αλλά η «περιφρούρηση» και «διευκόλυνση» της αντισυγκέντρωσης των αντιφρονούντων.

Στις 8 το βράδυ ο Γρηγόρης Λαμπράκης βγαίνει από το ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ» και διασχίζει με συνοδεία φίλων του τα λίγα μέτρα μέχρι την αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος.

Ενώ βρισκόταν κοντά στην είσοδο δέχεται δύο γερά κτυπήματα στο κεφάλι, από δυο-τρεις νέους «αντιφρονούντας» . Ο Λαμπράκης ζαλίζεται και οι αστυνομικοί παρακολουθούν τη σκηνή απαθείς..

Είναι το προοίμιο της τραγωδίας που θα ακολουθήσει δύο ώρες μετά.

Ο Λαμπράκης, υποβασταζόμενος, ανεβαίνει στην αίθουσα και αφού πέρασαν κάποια λεπτά για να συνέλθει άρχισε την ομιλία του και οι «αντιφρονούντες» το προγραμματισμένο έργο τους… Βροχή από πέτρες και κομμάτια από τις πλάκες του πεζοδρομίου, προς την αίθουσα της συγκέντρωσης με συνοδεία απειλών :

-Βούλγαρε Λαμπράκη, θα περάνεις!

-Προδότες θα πεθάνετε όλοι!

-Θάνατος στον Λαμπράκη!

-Έξω οι Βούλγαροι!

Ο πετροπόλεμος και τα απειλητικά συνθήματα συνοδεύονταν με το γνωστό τραγούδι : «Τι ζητούν οι Βούλγαροι στη Μακεδονία.».

Το σκηνικό είναι καλά στημένο. Οι «αγανακτισμένοι» πολίτες έχουν ανάψει τις…μηχανές και με την ανοχή της Αστυνομίας είναι αποφασισμένοι για τα πάντα.

Όταν, μετά την έναρξη της ομιλίας του Γρ. Λαμπράκη, ο βουλευτής της ΕΔΑ Γεώργιος Τσαρουχάς πλησιάζει την αίθουσα, δέχεται ισχυρά κτυπήματα στο κεφάλι και μεταφέρεται αιμόφυρτος στο νοσοκομείο. Μπροστά στους αστυνομικούς συνέβη το επεισόδιο, αλλά ουδείς συλλαμβάνεται…

Η συγκέντρωση των φίλων της ειρήνης τελειώνει γύρω στις 10 το βράδυ. Ο Λαμπράκη και οι συνοδοί του βγαίνουν από την αίθουσα και βαδίζουν προς το ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ». Ο δρόμος είναι ελεύθερος, διότι είχε απαγορευθεί η κυκλοφορία…Όχι για όλους…Ένα μεγάλο τρίκυκλο με κουκούλα ξεκινά με ορμή από την οδό Σπανδωνή, πέφτει πάνω στον Λαμπράκη και φεύγει. Ο βουλευτής αιμόφυρτος στην άσφαλτο και η Αστυνομία παρακολουθεί, ως απλός θεατής, την αποχώρηση του τρίκυκλου.

Στο κουβούκλιο του τρίκυκλου διακρίνεται και κάποιος άλλος, με ένα ρόπαλο στα χέρια…Έπειτα από λίγα μέτρα πηδάει στο τρίκυκλο και ένα άγνωστο άτομο, το οποίο προσπαθεί να συλλάβει τον οδηγό. Τα «απρόβλεπτα» του καλοστημένου σεναρίου.

Είναι ο Μανόλης Χατζηαποστόλου, ο επονομαζόμενος «Τίγρης». Οδηγός του τρίκυκλου ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο συνεργός με το ρόπαλο ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης μεταφέρεται στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, αλλά τα τραύματα στο κεφάλι ελάχιστες ελπίδες άφηναν και οι γιατροί γρήγορα σήκωσαν τα χέρια… Ξημερώματα Δευτέρας, 27 Μαΐου, κτυπούν πένθιμα οι καμπάνες. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης χάνει τη μάχη με το θάνατο…Μια νέα σελίδα ανοίγει στην πολιτική ζωή της χώρας.

Το «τροχαίο»

Αστυνομία και κυβέρνηση ήταν «έτοιμοι από καιρό» για να αποδώσουν το κτύπημα σε «τροχαίο». Το πρωί της επόμενης ημέρας, 23 Μαΐου, εκδίδεται η πρώτη και μοναδική ανακοίνωση με υπογραφή του αστυνομικού διευθυντή Καμουτσή :

«Πεντακόσιοι περίπου οπαδοί της Επιτροπής Διεθνούς Υφέσεως-Ειρήνης συγκεντρώθηκαν εις την αίθουσαν του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος επί της διασταυρώσεως των οδών Βενιζέλου και Ερμού.

«Οι ομιληταί, τοποθετήσαντες, παρά την σύστασιν της Αστυνομίας, μεγάφωνον εις παράπλευρον της αιθούσης τμήμα ηκούοντο εντόνως από τας χιλιάδας των κατ’ εκείνην την ώραν διερχομένων πολιτών.

«Πολλαί εκατοντάδες εκ τούτων, αγανακτήσαντες εκ των εκ της αιθούσης μεταδιδομένων συνθημάτων, συνεκρότησαν αντισυγκέντρωσιν προ της αιθούσης του ΔΣΚ και ήρξαντο αποδοκιμάζοντες με ανάλογα συνθήματά τους εν τη αιθούση συγκεντρωμένους. Επακολούθησαν συμπλοκαί καθ’ ας εμωλωπίσθησαν τινές εκατέρωθεν, εν οις και ο βουλευτής της ΕΔΑ Καβάλας Γ. Τσαρουχάς κατά την έξοδόν του εκ της αιθούσης. Τελικώς, η τάξις απεκαταστάθη από ισχυράς αστυνομικής δυνάμεως, ήτις, καταφθάσασα, απεμάκρυνε τους έξωθι της αιθούσης συγκεντρωθέντας. Επειδή τα πνεύματα ήσαν οξυμένα προ της αιθούσης του ΔΣΚ, μερίμνη της Αστυνομίας, διετέθησαν τα αναγκαιούντα λεωφορεία, ώστε δι’ αυτών ν’αποχωρήσουν οι εν τη αιθούση προς πρόληψιν επαναλήψεως των επεισοδίων.

«Ατυχώς οι οργανωταί της συγκεντρώσεως δεν απεδέχθησαν την αστυνομικήν πρότασιν περί αναχωρήσεώς των δια λεωφορείων, αναχωρήσαντες πεζή εν μέσω προστατευτικής αστυνομικής ζώνης. Ενώ ούτως απεχώρουν οι συγκεντρωθέντες, αυτοκίνητον τρίκυκλον αιφνιδίως εμφανισθέν εκ της παρόδου Σπανδωνή και οδηγούμενον υπό του Γοτζαμάνη Σπυρίδωνος, κατοίκου Θεσσαλονίκης, παρέσυρε τον κατ’ εκείνην την στιγμήν μετ’ άλλων προ του στομίου της παρόδου ευρεθέντα βουλευτήν Πειραιώς Λαμπράκην και ετραυμάτισε τούτον σοβαρότατα. Αστυνομικά όργανα, τη συνδρομή πολιτών, εκατεδίωξαν τον τραπέντα εις φυγήν οδηγόν και τον συνέλαβαν».

Το σενάριο της Αστυνομίας, το οποίο υιοθέτησε και η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, ανετράπη μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο. Η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε:

Πρώτον : Η «αντισυγκέντρωση» είχε οργανωθεί από παρακρατικές οργανώσεις σε συνεργασία με την Αστυνομία.

Δεύτερον : Η ηγεσία της Αστυνομίας με δύναμη 180 ανδρών ουδέν έπραξε για να διαλύσει τους «αντιφρονούντας» και να προστατεύσει τον Γρ. Λαμπράκη, ενώ είχε προηγηθεί ξυλοδαρμός του ιδίου του Λαμπράκη και του βουλευτή Γ. Τσαρουχά.

Τρίτον : Ουδεμία προσπάθεια έκανε η Αστυνομία για να συλλάβει το δράστη. Εάν ο Μανόλης Χατζηαποστόλου, ο «Τίγρης», δεν πηδούσε στο τρίκυκλο, θα έμεναν άγνωστοι και οι «τελευταίοι τροχοί της αμάξης» μιας πολιτικής δολοφονίας, της οποίας οι ρίζες φθάνουν στη μετεμφυλιακή περίοδο και το παρακράτος.

Είναι χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό το σήμα του ΓΕΣ, της μεθεπόμενης ημέρας :

«Οι υπό το προσωπείον των «Φίλων της Ειρήνης» κομμουνισταί, μετά την αποτυχούσαν προσπάθειαν εμφανίσεώς των εις Αθήνας δια της περιφήμου πορείας ειρήνης, εξεστράτευσαν εις Θεσσαλονίκην.

Ούτω, εγκατασταθέντες, προχθές, εις κεντρικήν αίθουσαν και τοποθετήσαντες έξωθι ταύτης μεγάφωνα, ήρχισαν δια της εκφωνήσεως κομμουνιστικών συνθημάτων να προκαλούν.

Ο λαός της Θεσσαλονίκης προκληθείς υπό των Ερυθρών πρακτόρων, έδωσε την απάντησίν του. Διότι είναι πλέον γνωστόν ότι σκοπός των δήθεν φιλειρηνιστών δεν είναι ο αγών δια την ειρήνην, αλλά η προπαγάνδα δια την συνθηκολόγησιν και την παράδοσιν εις τους επιβουλευόμενους την ελευθερίαν της χώρας μας ερυθρούς τυράννους».

Στο κείμενο με ημερομηνία 24 Μαΐου – δύο ημέρες μετά τη δολοφονική επίθεση – έφερε την υπογραφή του συνταγματάρχη Απ. Ζαλοχώρη, ο οποίος ήταν στρατοδίκης στον ΑΣΠΙΔΑ. Μετά το βασιλικό αντιπραξικόπημα του 1967 διέφυγε στο εξωτερικό και υποστήριξε ότι η χούντα έβαλε το όνομά του κάτω από το κείμενο, ενώ αυτός βρισκόταν σε άδεια…

Χρήστος Σαρτζετάκης

Μετά τη μία και μοναδική ανακοίνωσή της με την εκδοχή του «τροχαίου», ή Αστυνομία ανέλαβε το έργο της «συσκότισης» και της απόκρυψης στοιχείων. Είχε την καθοδήγηση και την ενθάρρυνση του αρχηγού της Χωροφυλακής, στρατηγού Γ. Βαρδουλάκη, και των αρμόδιων υπουργών. Όχι μόνο δεν επιχείρησε οιαδήποτε έρευνα για την ανεύρεση ηθικών αυτουργών και συνεργών, αλλά και εκείνοι οι αξιωματικοί, οι οποίοι πολλά εγνώριζαν για τις παρακρατικές οργανώσεις, τους αρχηγούς τους και τα εκτελεστικά όργανα, κράτησαν το στόμα τους κλειστό.

 

Ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης, ο αδέκαστος δικαστής, που φώτισε όλες τις πτυχές της δολοφονίας του Λαμπράκη.

Έγραφε στην πρότασή του προς το Συμβούλιο Εφετών ο αντεισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας:

«Από πλευράς αστυνομικών μαρτύρων ελάχιστα στοιχεία εισεκομίσθησαν εις την ανάκρισιν. Και αυτά τα ολίγα, ως και κάπως περισσότερα εκ των απολογιών των κατηγορουμένων προκύπτοντα, χάριν εις την υπεράνθρωπον και άκρως ευσυνείδητον προσπάθειαν του ανακριτού. Διότι κατά το πλείστον οι μάρτυρες αστυνομικοί προκειμένου να καταθέσουν εις βάρος κατηγορουμένων αξιωματικών και μάλιστα προϊσταμένων και ανωτέρων και ανωτάτων, ως ήτο επόμενον και δι’ όσα εγνώριζαν ετήρησαν σιγήν ασφαλείας, στοιχήσαντες άλλωστε και προς το σύνθημα το δοθέν υπό του στρατηγού Μήτσου δια της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δηλώσεώς του ότι εφ’ όσον η αστυνομία τελεί υπό κατηγορίαν απέχει πάσης ενεργείας προς υποβοήθησιν της Δικαιοσύνης εις την διαλεύκανσιν του εγκλήματος».

 

Ο εισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελαπόρτας

Το βράδυ της Παρασκευής, 24 Μαΐου, γίνεται σύσκεψη στην Εισαγγελία Εφετών. Παρόντες ο εισαγγελέας Εφετών Μανδαπήλιας, ο αντεισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελαπόρτας, οι εισαγγελείς Πρωτοδικών Παν. Αργυρόπουλος και Δ. Παπαντωνίου και ο ανακριτής του Γ΄ Τμήματος Χρήστος Σαρτζετάκης. Η απόφαση είναι ιστορική. Παραδίδεται στον Χρ. Σαρτζετάκη η δικογραφία με τους χαρακτηρισμούς «απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως» (Λαμπράκη) και «επικίνδυνος σωματική βλάβη εκ προθέσεως» (Τσαρουχά).

Για τους έντιμους και ανεπηρέαστους δικαστές οι ενδείξεις των πρώτων ημερών και τα πρώτα στοιχεία της ταχύτατης προανάκρισης των συλληφθέντων από τον εισαγγελέα Παπαντωνίου ήταν αρκετά για να ανατρέψουν την αστυνομική εκδοχή του τροχαίου και να γραφτεί στο φάκελο ο τίτλος «ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΕΚ ΠΡΟΘΕΣΕΩΣ».

Δεν χρειάστηκαν πολλές ημέρες για να λάβουν οι πάντες το μήνυμα και πρώτος ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κ. Κόλλιας, ο οποίος πήγε στη Θεσσαλονίκη για να «περιορίσει» την ανάκριση και τις πολιτικές ζημιές.

Ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης – νέος, έντιμος και αποφασιστικός δικαστικός λειτουργός – και οι εισαγγελικοί λειτουργοί Π. Δελαπόρτας, Δ. Παπαντωνίου, Στ. Μπούτης και Νίκος Αθανασόπουλος θα έκαναν το καθήκον τους και δεν θα υπέκυπταν σε πιέσεις, όποιες και εάν ήταν, απ’ όσο ψηλά και εάν προέρχονταν.

Με την Αστυνομία αδρανή και αντίπαλο, ανακριτής και εισαγγελείς βρέθηκαν εγκλωβισμένοι.

Ελάχιστα στοιχεία μπορούσαν να ανιχνεύσουν στις απολογίες των πρώτων κατηγορουμένων και των αξιωματικών, οι οποίοι παρίσταντο στον τόπο της τραγωδίας.

Ήλθαν, όμως, συνεπίκουροι οι δημοσιογράφοι Γιάννης Βούλτεψης (Αυγή), Γιώργος Μπέρτσος (Ελευθερία) και Γιώργος Ρωμαίος (Βήμα-Νέα). Με συστηματική έρευνα, σε κλίμα απειλών και εκβιασμών, αποκάλυψαν συνεργούς, διασυνδέσεις των αυτουργών με τις παρακρατικές οργανώσεις, τις διασυνδέσεις των παρακρατικών με την κρατική εξουσία, οργανωτές και υποκινητές των αντισυγκεντρώσεων και σημαντικές ενδείξεις για τους ηθικούς αυτουργούς.

Οι καθημερινές, επί δίμηνο, ανταποκρίσεις δεν ήταν «λαϊκά αναγνώσματα». Τα πάντα συνοδεύονταν από αποδείξεις, στοιχεία και ντοκουμέντα. Γι’ αυτό και αξιολογήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη και τις εισαγγελικές προτάσεις.

«Δικαστικό κλείσιμο»

 

Από τη δίκη του παρακράτους της Θεσσαλονίκης: Πρώτη σειρά από αριστερά Γιοσμάς, Γκοτζαμάνης, Εμμανουηλίδης. Πίσω η ηγεσία της χωροφυλακής Θεσσαλονίκης Μήτσου, Καμουτσής και Δόλκας.

Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη έκλεισε δικαστικά στις 29 Δεκεμβρίου 1966, μετά τρίμηνη ακροαματική διαδικασία. Το Ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά την αποχώρηση της πολιτικής αγωγής, υιοθετεί στην ουσία την αρχική άποψη της Αστυνομίας και της κυβέρνησης, του «τροχαίου». Δεν υπήρξε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, αλλά «θανατηφόρα τραύματα». Ούτε ηθικοί αυτουργοί ούτε συνεργοί.

Μόνοι υπεύθυνοι (!) οι : Σπ. Γκοτζαμάνης (με 11 χρόνια κάθειρξη) και Εμμ. Εμμανουηλίδης (8,5 χρόνια). Στον παρακρατικό λιμενεργάτη Φωκά, 15 μήνες φυλακή για τον τραυματισμό του Γ. Τσαρουχά, μικρότερες ποινές σε 10 από τους 25 κατηγορουμένους για την αντισυγκέντρωση. Στον «αρχηγό» του Γκοτζαμάνη, Ξ. Γιοσμά (θα αναφερθούμε στη συνέχεια), φυλάκιση ενός χρόνου και δέκα μήνες στον Λεονάρδο.

 

Ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, ο επονομαζόμενος "τίγρης" ανέτρεψε το σενάριο του "τροχαίου".

 

«Θύμα του πατρός του»

Από την ημέρα του δολοφονικού τρίκυκλου μέχρι το δικαστικό «κλείσιμο» της υπόθεσης Λαμπράκη, οι «παράπλευρες» πολιτικές «απώλειες» και εξελίξεις ήταν ραγδαίες και δραματικές.

Τα πρώτα στοιχεία της δημοσιογραφικής έρευνας έφεραν στο φως αδιάψευστα στοιχεία, τα οποία αποδείκνυαν ότι η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη ήταν προσχεδιασμένη, ότι ήταν έργο του παρακρατικού μηχανισμού και ότι ο παρακρατικός μηχανισμός κινούνταν με άνωθεν εντολές και συνεργασία με την Αστυνομία.

Ο Σπύρος Γκοτζαμάνης, οδηγός του τρίκυκλου, ήταν μέλος και «εκτελεστικό όργανο» του Συνδέσμου Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος. Πρόεδρος : Ξενοφών Γιοσμάς.

Ιδού η ταυτότητα, θεωρημένη από την Αστυνομία :

«Ο Γκοτζαμάνης Σπύρος του Βασιλείου, κάτοικος Τριανδρίας, τυγχάνει αγωνιστής, αντικομμουνιστής, θύμα του πατρός του, σύνδεσμος και μέλος της καθ’ ημάς Οργανώσεως του Μαχητικού Τμήματος αυτόθι».

Στην ταυτότητα δεν αποκρύπτεται η ουσία της αποστολής. Γράφει :

«Σκοπός : Η υπεράσπισις της πατρίδος μας και του ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού, μέχρι τελευταίας πνοής, παντού και πάντοτε και δι’ όλων των μέσων.

«Υποχρέωσις : Η ενίσχυσις των Σωμάτων ασφαλείας οσάκις παρίσταται ανάγκη, δια την διατήρησιν της τάξεως και ησυχίας εις τον τόπο μας».

Ο πρώην υπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου στο βιβλίο του «Ταραγμένη Εξαετία» γράφει :

«Έχω και προσωπική εμπειρία από τον Γκοτζαμάνη : μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου της Θεσσαλονίκης για κάποια μικρομεταφορά βιβλίων μου, μου επέδειξε με περηφάνια την ταυτότητά του ως μέλους μιας «βασιλικής» οργάνωσης, «οι προστάτες» ή «φύλακες» - δεν θυμούμαι ακριβώς – του βασιληά, και μου ομολόγησε ότι ήταν από εκείνους που είχαν εντολή να με παρακολουθούν χωρίς να με ενοχλούν και να μεταφέρουν τις κινήσεις μου. Μου δήλωσε πως θεωρούσε ότι δεν ήμουν κομμουνιστής και, κατόπιν αυτής της διαπίστωσης, με «κάλυπτε», αλλά μου συνέστησε να μην πηγαίνω σε κάποιο καφενεδάκι στην περιοχή του Επταπύργιου (στην άνω πόλη) όπου συναντούσα «κομμουνιστές και αριστερούς». Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Κεντρώοι καταγόμενοι από την εκλογική μου περιφέρεια. Αυτά πριν από την υπόθεση Λαμπράκη».

Από τους κατηγορηθέντες, τότε, αξιωματικούς της Χωροφυλακής μόνο ο υπομοίραρχος Εμμ. Καπελώνης – ρόλος του ήταν καθοριστικός – άνοιξε, λίγο, το στόμα του. Στο απολογητικό του υπόμνημα αποκαλύπτει ότι τα επεισόδια που προηγήθηκαν της δολοφονίας Λαμπράκη οργάνωσε η Χωροφυλακή Θεσσαλονίκης βάσει επιτελικών σχεδίων που είχαν καταστρωθεί επί κυβερνήσεως της ΕΡΕ «δι’ αναλόγους περιστάσεις και οι ομάδες των τρομοκρατών είχαν επιστρατευθεί από τη Διοίκηση Εθνικής Ασφάλειας».

Η συγκρότηση, οργάνωση και καθοδήγηση του παρακρατικού μηχανισμού άρχισε μετά τις εκλογές του 1958. Η ΕΔΑ κάνει την εκλογική έκπληξη. Καταλαμβάνει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ανάκτορα, ΕΡΕ, Ένοπλες Δυνάμεις και Αμερικανοί δεν κρύβουν την ανησυχία τους. Βρισκόμαστε στην πιο «σκληρή» περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και την έξαρση του ανταγωνισμού εξοπλισμών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης.

Οι πολιτικές και κοινωνικές παρενέργειες του Εμφυλίου πολέμου παραμένουν ισχυρές και «εμπνέουν» την πολιτική και τη συμπεριφορά της Δεξιάς των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.

Ο ανταγωνισμός στους εξοπλισμούς γεννά και στην Ελλάδα τα κινήματα υπέρ της ειρήνης και του αφοπλισμού. Στα κινήματα αυτά εντάσσονται πολίτες, κυρίως διανοούμενοι και καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν ανήκουν στην Αριστερά.

Για τους Αμερικανούς, όμως, τα κινήματα αυτά χαρακτηρίζονται «κομμουνιστικά» και «σοβιετικο-καθοδηγούμενα». τους χαρακτηρισμούς υιοθέτησε και η ελληνική Δεξιά. Έπρεπε, λοιπόν, να αντιμετωπίσει τη «διπλή κομμουνιστική απειλή» : την ισχυρή κοινοβουλευτική δύναμη της ΕΔΑ και το κίνημα ειρήνης.

Ο γνωστός δημοσιογράφος Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο οποίος ξεκίνησε από την Αριστερά και κατολίσθησε στην άκρα-χουντική Δεξιά, έγραψε, το 1968, ότι λίγες ημέρες μετά τις εκλογές του 1958 ο Κ. Καραμανλής κάλεσε μερικούς φίλους (δημόσιους λειτουργούς, πολιτικούς και δημοσιογράφους) στην Κηφισιά. Τους ετέθη το θέμα του «εκτάκτως ανησυχητικού αποτελέσματος» και αποφασίστηκε η συγκρότηση «αφανούς επιτροπής» για την παρακολούθηση, θεωρητική και πολιτική, του κομμουνιστικού προβλήματος.

«Εις την επιτροπήν εκείνην – συνεχίζει ο Κωνσταντόπουλος – έτυχε να γνωρίσω δια πρώτην φοράν, τον ήδη πρωθυπουργόν κ. Γ. Παπαδόπουλον και να εκτιμήσω την σκέψιν του. Μετείχε εις αυτήν ως αξιωματικός. Ο μακαρίτης καθηγητής εις το Μετσόβιον Πολυτεχνείον Άγγελος Προκοπίου, μέλος και αυτός της επιτροπής, είχε πει περί του Γ. Παπαδόπουλου :

Ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Άγγελος Προκοπίου εκτιμούσε ιδιαιτέρως το μυαλό του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

 

 

-Το μυαλό αυτού του αξιωματικού είναι ξυράφι. Είμαι βέβαιος ότι ο Γ. Παπαδόπουλος θα παίξει κάποτε τον πρώτον ρόλον».

Αυτά το 1958 με την έγκριση του τότε πρωθυπουργού Κ.Καραμανλή.

«Το παρακράτος»

Η «αφανής επιτροπή δια την καταπολέμησιν του κομμουνισμού» μετονομάζεται σε «Συμβούλιον Μελετών» και εγκαθίσταται στο Υπουργείο Προεδρίας, Πρόεδρος, ο κινηματίας του ΙΔΕΑ, στρατηγός Ν. Γωγούσης και από τα βασικά στελέχη ο γνωστός «σοβιετολόγος» Γ. Γεωργαλάς.

 

Ο "σοβιετολόγος" Γεώργιος Γεωργαλάς ο καθοδηγητής της επιτροπής για την καταπολέμηση του κομμουνισμού.

 

Στη συνέχεια, το «Συμβούλιο Μελετών» αποκτά και «κρατική υπόσταση» στεγαζόμενο στην «Υπηρεσία Πληροφοριών» - η ΚΥΠ ήταν η «Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών». Οι δύο Υπηρεσίες συνεργάζονταν, αλλά είχαν και διακριτούς ρόλους. Και οι δύο, κυρίως η ΚΥΠ, είχαν στενή συνεργασία με τις αμερικανικές υπηρεσίες.

Χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά είναι δύο δημοσιεύματα. Στις 28 Απριλίου 1966 η εφημερίδα «Τάιμς της Νέας Υόρκης» γράφει ότι η CIA παρέχει «τεχνική βοήθεια» σε ξένες χώρες «για να αποκτήσουν αντικομμουνιστικές αστυνομικές δυνάμεις» και ενισχύει «αντικομμουνιστικές οργανώσεις κρούσεως, σπουδαστών, εργατών, υπαλλήλων και επαγγελματιών, αγροτών και πολιτικών κομμάτων».

Η «Ουάσινγκτον Ποστ» έγραφε τον Αύγουστο 1963 : «Ο ανώτερος μηχανισμός της ελληνικής ΚΥΠ διεξήγε σειρά επιχειρήσεως με μυστικά κονδύλια»!

Η «Υπηρεσία Πληροφοριών» υπό το στρατηγό Γωγούση ίδρυσε και παραρτήματα στην επαρχία και σε συνεργασία με την Αστυνομία άρχισε τη στράτευση των παρακρατικών και την οργάνωσή τους σε απίθανες οργανώσεις. Άφθονη και η χρηματοδότηση.

Ένα απόσπασμα από τη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Μελετών» της 23ης Μαρτίου 1962 φωτίζει και το σκηνικό της δολοφονίας του Γρ. Λαμπράκη :

«Ο κ. Γεωργαλάς παρετήρησεν ότι, εις τας υπό των κομμουνιστών προκαλουμένας συγκεντρώσεις αι υπηρεσίαι μας ακολουθούν την τακτικήν να παρεμβάλλουμε πρόσωπα προς πρόκλησιν συγχύσεως, πράγμα το οποίον εάν επιτύχει ενθαρρύνει τους κομμουνιστές και αποθαρρύνει τους παρεμβαλλομένους. Προτείνει δε ως αποτελεσματικήν μέθοδον προς εξουδετέρωσιν τας αντισυγκεντρώσεις.

«Ο κ. Σταυρίδης υποστηρίζει όχι μόνον με αντισυγκεντρώ- σεις εξουδετερώνονται αι υπό των κομμουνιστών συγκεντρώσεις.

«Ο Κ. Μαντούβαλος προτείνει να ανασταλούν αι προσπάθειαι διεισδύσεως και να στραφεί η προσοχή εις την προσπάθειαν δημιουργίας μαζών κρούσεων και κινητοποιήσεως των κρατικών δυνάμεων δια συγκεντρώσεων προς αντιπερισπασμόν.

«Ο κ. Αντανέλλος υποστηρίζει το θέμα των αντισυγκεντρώσεων».

Γιατί ο Λαμπράκης;

 

 

Όταν τα πρώτα στοιχεία θεμελίωσαν την εκδοχή ότι η αντισυγκέντρωση οργανώθηκε με τη συνδρομή της Αστυνομίας και το θανατηφόρο κτύπημα του τρίκυκλου ήταν προσχεδιασμένο, ανέκυψε το ερώτημα : Γιατί και από ποιους επελέγη ο Γρ. Λαμπράκης ως στόχος;

Απάντηση στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης δεν έχει, ακόμη, δοθεί. Πολλές είναι οι υποψίες και ενδείξεις για συγκεκριμένα πρόσωπα του παρακράτους, αλλά η αλήθεια έχει ταφεί με πολλούς από τους πρωταγωνιστές.

Η επιλογή, όμως, του Γρ. Λαμπράκη έχει εξήγηση. Είχε γίνει ήρωας και είδωλο σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα και πολλούς είχε «ενοχλήσει» με τη δράση του.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, πριν συνεργαστεί με την ΕΔΑ και εκλεγεί Βουλευτής Πειραιώς, ήταν γνωστός και ίνδαλμα της νεολαίας από τις μεγάλες επιτυχίες του στον αθλητισμό. Βαλκανιονίκης, το 1935, στην Κωνσταντινούπολη, στο άλμα εις μήκος και στο τριπλούν. Αλλά και για τις επιστημονικές τους επιδόσεις, ως υφηγητής της Ιατρικής.

Η μεγάλη και τραγική πορεία του στο δρόμο της ειρήνης άρχισε το 1962 όταν εξελέγη αντιπρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ).

Στις 14 Απριλίου 1963 μετέχει στη μεγάλη αντιπολεμική πορεία του Ολντερμάστεν της Βρετανίας. Μαζί του ο Μανώλης Γλέζος, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Σπύρος Λιναρδάτος, η Μπέτυ Αμπατιέλου.

Επιστρέφει στην Αθήνα με το ιστορικό, πλέον, πανό με το έμβλημα του αφοπλισμού και τη λέξη «ΕΛΛΑΣ» στη μία όψη και «GREECE» στην άλλη.

Η Μαραθώνια πορεία

Ο Σύνδεσμος «Μπέρτραντ Ράσελ» (πρόεδρος ο Μιχάλης Περιστεράκης και γραμματέας ο Νίκος Κιάος – ο πολιτικός συντάκτης της «Ελευθεροτυπίας») οργανώνει για τις 21 Απριλίου την πορεία ειρήνης με αφετηρία τον Τύμβο του Μαραθώνα.

Συμπράττει και η ΕΕΔΥΕ αλλά και προσωπικότητες, όπως οι Στράτης Μυριβήλης, Ευάγγελος Παπανούτσος, Έλλη Λαμπέτη.

Η πορεία συμπίπτει με μία περίοδο ξεσηκωμού της φοιτητικής νεολαίας. Η καταπίεση του κράτους της Δεξιιάς, η βία και η νοθεία στις εκλογές του 1961 και οι ελπίδες για αποκατάσταση της δημοκρατίας πυροδότησαν το σύνθημα «114» - το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος με το οποίο «επαφίεται» η εφαρμογή του στον ελληνικό λαό. Προσθέτοντας τη διεκδίκηση του 15% του προϋπολογισμού για την Παιδεία, οι φοιτητές τελούν «σε επαναστατική έξαρση».

Η κυβέρνηση Καραμανλή φοβάται ότι η Μαραθώνια πορεία θα εξελιχθεί σε μεγάλη αντικυβερνητική διαδήλωση. Διαπράττει το μέγα λάθος και την απαγορεύει.

Χιλιάδες οι αστυνομικοί κατά μήκος της διαδρομής. Απαγορεύουν την προσέλευση και συλλαμβάνουν πολίτες, ακόμη και εκπροσώπους ξένων αντιπροσωπειών. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης κάνει χρήση της βουλευτικής ασυλίας και με μεγάλη προσπάθεια περνάει από τα αστυνομικά μπλόκα και φθάνει στον Τύμβο. Απλώνει το λάβαρο με τα δύο του χέρια και ξεκινά μόνος την πορεία. Στη Νέα Μάκρη τρεις συνοδοιπόροι τολμούν και συμβαδίζουν δεξιά και αριστερά. Είναι οι Ανδρέας Γούτης, Ανδρέας Μαμμωνάς και Μπάμπης Παπαδόπουλος.

Η πορεία, όμως, δεν θα ολοκληρωθεί. Είχε διανύσει 14 χιλιόμετρα. Με διαταγή του εισαγγελέα συλλαμβάνεται. «Θα συλληφθείτε, διότι υπάρχει ενδεχόμενον να διαπραχθεί έγκλημα εις βαθμόν κακουργήματος», του είπε το αστυνομικό όργανο όταν τον επιβίβαζε βιαίως σε περιπολικό…

Μετά τρεις ώρες τον άφησαν ελεύθερο. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης πηγαίνει στα γραφεία της Επιτροπής Ειρήνης και τηλεγραφεί προς τα ξένα πρακτορεία :

«Πόθος δημοκρατικού λαού μας δια πορείαν Ειρήνης Μαραθών-Αθήναι επραγματοποιήθη…»

Πράγματι. Χιλιάδες ο κόσμος δεξιά και αριστερά του δρόμου υποδέχονταν τον οδοιπόρο της ειρήνης με θερμά χειροκροτήματα και συνθήματα.

Η σύντομη «πορεία προς το θάνατο» του Γρηγόρη Λαμπράκη έχει ακόμη ένα σταθμό. Λονδίνο, 26 Απριλίου 1963. Στη βρετανική πρωτεύουσα βρίσκεται η βασίλισσα Φρειδερίκη – ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής είχε διαφωνήσει για την πραγματοποίηση επίσημης επίσκεψης του βασιλικού ζεύγους.

Ο Γρ. Λαμπράκης μεταβαίνει στο Λονδίνο για να βοηθήσει, ως βουλευτής, την Μπέτυ Αμπατιέλου, η οποία επεδίωκε να συναντήσει τη Φρειδερίκη για να της επιδώσει το αίτημα-έκκληση για την απελευθέρωση του πολιτικού κρατουμένου συζύγου της Αντώνη Αμπατιέλου. Η Φρειδερίκη αρνείται τη συνάντηση. Ακολουθούν επεισόδια και αποδοκιμασίες της βασιλικής συζύγου όταν εξέρχεται από το ξενοδοχείο, στο οποίο διέμενε. Χρειάστηκε η επέμβαση της Αστυνομίας για να φυγαδευτεί από το πλήθος που συνόδευε την Αμπατιέλου στη συγκέντρωση αποδοκιμασίας.

Μετά ένα μήνα, 1.22 πρωϊνή της 27ης Μαΐου 1963, στο δωμάτιο 155 του νοσοκομείου «ΑΧΕΠΑ» της Θεσσαλονίκης ο Γρ. Λαμπράκης χάνει τη μάχη με το θάνατο.

«Στο πρόσωπο του άξιου γιου της Ελλάδας Γρηγόρη Λαμπράκη ζήτησαν να σκοτώσουν την ειρήνη, τη λεβεντιά, την ανθρωπιά. Μα σκοτώνεται ποτέ ο Ήλιος; Η Ελλάδα είναι στο πόδι. Όχι για ταφή, για μια ανάσταση».

Είναι λόγια της συγγραφέως Διδώς Σωτηρίου μετά την κηδεία, στις 28 Μαΐου 1963. Εκατοντάδες χιλιάδες από τη Μητρόπολη μέχρι το Νεκροταφείο. Ο βουβός πόνος συνταράσσεται από το σύνθημα : «Κάθε νέος και Λαμπράκης».

Αυτό το σύνθημα εμπνέει και καθοδηγεί την οργάνωση «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη» με πρόεδρο τον Μίκη Θεοδωράκη και γεν. γραμματέα τον Τάκη Μπενά, η οποία έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο ξέσπασμα του λαού κατά της Δεξιάς.

Το πολιτικό κλίμα βαραίνει. Ο «ανένδοτος αγώνας» της Ένωσης Κέντρου υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου έχει σπάσει το κέλυφος του ανελεύθερου καθεστώτος του χωροφύλακα και του παρακράτους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνειδητοποιεί ότι οι προστάτες του, Ανάκτορα, Ένοπλες Δυνάμεις και Αμερικανοί, τον αφήνουν «απροστάτευτο» και τον οδηγούν σε «αυτοθυσία» για να εκτονωθεί το κλίμα. Αντιλαμβάνεται ότι εάν δεν ήταν ο πολιτικός στόχος, είναι το «πολιτικό θύμα» του πανίσχυρου παρακρατικού μηχανισμού, ο οποίος συγκροτήθηκε και αναπτύχθηκε με δική του συγκατάθεση και ανοχή.

Από την επομένη του δολοφονικού χτυπήματος η αντιπολίτευση έθεσε θέμα παραίτησης της κυβέρνησης.

Ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε :

«Η Ένωσις Κέντρου καταγγέλλει τον αρχηγόν της ΕΡΕ Καραμανλήν ως ηθικόν αυτουργόν της δολοφονίας του βουλευτή Λαμπράκη».

Και η ΕΔΑ :

«Να φύγει η κυβέρνησις του αίματος, των φασιστικών οργανώσεων και του αστυνομικού κράτους! Δημοκρατία!».

Υπερβολική η δήλωση του Γ. Παπανδρέου, έντονη και η αντίδραση του Κ. Καραμανλή : «Θα πρέπει να εντρέπεται εις όλην του την ζωήν, αλλά και να λογοδοτήσει. Η ώρα είναι εγγύς».

«Εγγύς», όμως, ήτο η ώρα για τον αρχηγό της ΕΡΕ. Το βράδυ της Τετάρτης, 12 Ιουνίου, υποβάλλει την παραίτηση της κυβέρνησης. Την Τρίτη, 18 Ιουνίου, ο Κ. Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη. Την επομένη, 19 Ιουνίου, ορκίζεται η ανακτορική κυβέρνηση από τον Π. Πιπινέλη.

Αλλά και η ώρα του Γεωργίου Παπανδρέου δεν αργεί. Το Νοέμβριο 1963 η Ένωσις Κέντρου κερδίζει τις εκλογές, αλλά όχι και αυτοδύναμη πλειοψηφία. Τα ανάκτορα για να εκτονώσουν την κρίση αναθέτουν στον αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου το σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας με δύο υφυπουργούς «επιλογής» των Ανακτόρων : τον Δ. Παπανικολάου, Εθνικής Άμυνας, και τον Γ. Παναγιωτόπουλο, Εσωτερικών. Δεν θέλουν να χάσουν τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων και του κρατικού μηχανισμού!

Στις 9 Δεκεμβρίου 1963 ο Κ. Καραμανλής παραιτείται και από την ηγεσία της ΕΡΕ. Τον διαδέχεται ο Παν. Κανελλόπουλος. Ο Κ. Καραμανλής αναχωρεί για το Παρίσι. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας και θα αναλάβει πρωθυπουργός σε μία κρίσιμη περίοδο. Είναι ένας άλλος Καραμανλής, με τον αέρα του δημοκρατικού Παρισιού. Θα αποκαταστήσει και θα εδραιώσει τη δημοκρατία, θα οδηγήσει τους πρωτεργάτες της δικτατορίας στη φυλακή, θα βοηθήσει ώστε το δημοψήφισμα να απαλλάξει την Ελλάδα από τη βασιλική δυναστεία, θα εντάξει την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964, κατήγαγε θρίαμβο. Θα σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, αλλά δεν θα μπορέσει να ελέγξει τις Ένοπλες Δυνάμεις και να διαλύσει τους παρακρατικούς μηχανισμούς. Τα Ανάκτορα, με τον Π. Γαρουφαλιά υπουργό Εθνικής Άμυνας και με τον έλεγχο των Σωμάτων Ασφαλείας, διατήρησαν τον έλεγχο της εξουσίας.

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η συνωμοσία του ΑΣΠΙΔΑ προκαλούν νέες δυσκολίες στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και αναθάρρηση των χουντικών και παρακρατικών. Ανάκτορα και ΕΡΕ ζητούν διάλυση της Νεολαίας Λαμπράκη και δηλητηριάζουν την κοινή γνώμη, επαναφέροντας το μετεμφυλιακό κλίμα.

Ο Π. Κανελλόπουλος στις δημόσιες ομιλίες του τόνιζε :

«Ο κομμουνισμός έχει διεισδύσει εις όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, ακόμη και εις τας Ενόπλους Δυνάμεις».

«Παντού ήνοιξεν η κυβέρνησις του κ. Παπανδρέου κερκόπορτες δια να εισδύση και να μας κτυπήση εκ των νώτων ο εχθρός…και εις Μονάδας αυτών τούτων των Ενόπλων Δυνάμεων του έθνους, ακόμη και εις αυτήν την Σχολήν Ευελπίδων».

«Αλλά καλώ και τους υπευθύνους ηγέτας…καθώς και τους ηγέτας του Στρατού, να αποδώσουν εις τα ερχόμενα εις άμεσον επαφήν με τον λαόν κατώτερα όργανά των το αυτονόητον εθνικόν θάρρος που η κυβέρνησις του κ. Παπανδρέου έπραξεν και πράττει το παν δια να το αφαιρέση…Ας μη φοβούνται τίποτε όσοι έχουν ταχθή εις την ασφάλειαν του έθνους… Και δεν κινδυνεύουν καν να φονευθούν, όπως εις άλλα πεδία μάχης. Το πολύ θα κριθούν δυσμενώς εις τας προαγωγάς ή θα μετατεθούν ή – και αυτό είναι το χειρότερον που μπορεί να πάθουν – να παυθούν. Αλλά δηλώ υπευθύνως ότι με την επικειμένην αποκατάστασιν του αληθούς Ελληνικού κράτους, θ’αμειφθούν ηθικώς, όπως θ’ αποκατασταθούν και εκείνοι, οι οποίοι εις όλους τους τομείς ηδικήθησαν και υπέστησαν μείωσιν ή δίωξιν οιασδήποτε μορφής».

Στη δίκη των πραξικοπηματιών, στις 30 Ιουλίου 1975, ο Π.Κανελλόπουλος θα ομολογήσει ότι «όλες οι φήμες για την αστάθεια της καταστάσεως ήταν ψέματα…από τα οποία είχα και εγώ εξαπατηθεί…. Ήδη στα τέλη του 1965 ήμουν βέβαιος ότι όλα αυτά ήταν ψέματα»!

Η αντίστροφη, όμως, μέτρηση για τη δικτατορία του 1967 είχε αρχίσει. Η συνωμοσία του ΑΣΠΙΔΑ, που ξεκίνησε με τον Γρίβα από την Κύπρο, και είχε βασικό στόχο τον Ανδρέα Παπανδρέου, είναι καλά στημένη για να διευκολύνουν το παιχνίδι των Ανακτόρων και των Αμερικανών. Ένα παιχνίδι που είχε σκοπό να φράξει το δρόμο του Ανδρέα Παπανδρέου προς τη διαδοχή του πατέρα του στην ηγεσία της Ένωσης Κέντρου. Θεωρούνταν «απειλή» για το σύστημα. Για το «κατεστημένο». Οι θέσεις και οι απόψεις του Ανδρέα Παπανδρέου θεωρούνταν την εποχή εκείνη, ακόμη και σε μεγάλο τμήμα της Ένωσης Κέντρου, «επαναστατικές». Γι’αυτό και δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τον Κων. Μητσοτάκη – ο οποίος θεωρούσε εαυτόν, βάσει της «επετηρίδος», αυτοδίκαια διάδοχο του Γεωργίου Παπανδρέου – να οργανώσει την αποστασία του Ιουλίου 1965.

Οι κυβερνήσεις της αποστασίας δεν έλυσαν το πρόβλημα του «κατεστημένου». Οι εκλογές βίας και νοθείας του 1961, η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, η συνωμοσία του ΑΣΠΙΔΑ, ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου και η αποστασία είχαν οδηγήσει τη χώρα σε μια διαρκή πολιτική ανωμαλία και – το σημαντικότερο – σε εξέγερση τη δημοκρατική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Όσο πλησίαζε ο Απρίλιος του 1967, οπότε επρόκειτο να διεξαχθούν εκλογές, τόσο πολλαπλασιάζονταν τα μηνύματα για επικείμενο πραξικόπημα. Η πολιτική ηγεσία, σχεδόν στο σύνολό της, αψήφησε τα μηνύματα και τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου «πιάστηκε στον ύπνο».

Οι συνταγματάρχες

Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου πολλοί εξεπλάγησαν όταν άκουσαν ότι στην ηγεσία του πραξικοπήματος ήταν ο ταξίαρχος Στ. Παττακός και οι συνταγματάρχες Γ. Παπαδόπουλος και Ν. Μακαρέζος. Όλοι περίμεναν να ακούσουν ονόματα στρατηγών.

Το όνομα, όμως, του Γ. Παπαδόπουλου είχε ακουστεί πολλές φορές και μάλιστα σε γεγονότα τα οποία πολλές υποψίες έπρεπε να είχαν προκαλέσει για τα σχέδιά του.

Το 1958 μετείχε στη συγκρότηση του «Συμβουλίου Μελετών» - του πυρήνα του παρακράτους με τον Γωγούση και τον Γεωργαλά.

Το 1961 θα είναι ο γραμματέας της επιτροπής που συνέταξε το σχέδιο «Περικλής» για βία και νοθεία στις εκλογές του 1961. Της επιτροπής προεδρεύει ο τότε αρχηγός ΓΕΣ Β. Καρδαμάκης (υπογράφει με το ψευδώνυμο Β. Βουλγαροκτόνος!) και μετέχουν οι Αθ. Φροντιστής, αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Αλ. Νάτσινας, αρχηγός της ΚΥΠ, Νικ. Γωγούσης, διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών, Γ. Βαρδουλάκης, αρχηγός Χωροφυλακής.

Τον Γ. Παπαδόπουλο θα συναντήσουμε αργότερα και στο σαμποτάζ του Έβρου, όταν έριξε ζάχαρη στα ρεζερβουάρ των τεθωρακισμένων και επιχειρήθηκε να εμφανισθεί ως «έργο» των κομμουνιστών.

Ο γνωστός για τις σχέσεις του με την Ελλάδα και τα Ανάκτορα Αμερικανός δημοσιογράφος Σουλτσμπέργκερ έγραψε το 1969 :

«Ο Παπαδόπουλος συνωμοτεί επί έτη πριν ηγηθεί του πραξικοπήματος. Η συνωμοσία ευρίσκετο εν εξελίξει κατά το 1956 και ο τότε αρχηγός του ΓΕΣ, στρατηγός Νικολόπουλος, ανέφερε στο Συμβούλιο Αντιστρατήγων και ονόματα : Παπαδόπουλος, Μακαρέζος, Λαδάς».

Ο στρατηγός Νικολόπουλος ζήτησε τη λήψη μέτρων. Αντ’ αυτών «εισέπραξε την παραίτησή του». Διάδοχος, ο «Βουλγαροκτόνος» Β. Καρδαμάκης, αρχηγός του σχεδίου «Περικλής» και πρόεδρος της ΔΕΗ επί χούντας (η αμοιβή του!).

Άντρο της χούντας

Η Υπηρεσία Πληροφοριών του υπουργείου Προεδρίας υπό τον υπουργό Γωγούση ήταν άντρο των χουντικών. Έλεγχε το παρακράτος και καλλιεργούσε το έδαφος για τη δικτατορία.

Στις 30 Μαρτίου 1962 ο συνεργάτης – σοβιετολόγος της Υπηρεσίας Πληροφοριών, Γραμματικόπουλος, καταθέτει στο «Συμβούλιο Μελετών» υπόμνημα, στο οποίο αναφέρει τα εξής:

«Εις την Ελλάδα υπάρχουν όχι ολίγοι καλοί πατριώται, οι οποίοι, φοβούμενοι ότι η δημοκρατία δεν είναι εις θέσιν να προασπίσει τελικώς το έθνος από τον κομμουνισμόν, άγονται εις συμπεράσματα ότι η μόνη διέξοδος από την δημιουργουμένην κατάστασιν είναι η εγκαθίδρυσις εθνικής προοδευτικής δικτατορίας. Η εξέλιξις εξ άλλου της καταστάσεως δεν αποκλείει πραγματικήν περίπτωσιν της ανωμάλου λύσεως χάριν της σωτηρίας της πατρίδος. Με ποίαν λογικήν δυνάμεθα να αποκλείσωμεν την περίπτωσιν αυτήν;».

Στην πράξη αποδείχθηκε ότι η εισήγηση του Γραμματικόπουλου – θυμίζει λίγο τη φρασεολογία Παπαδόπουλου – υιοθετήθηκε. Τα γεγονότα και τα πρόσωπα επιβεβαιώνουν ότι η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη ήταν ένας κρίκος, ένας σταθμός στην προετοιμασία της δικτατορίας. Οι πραξικοπηματίες ήταν έτοιμοι ακόμη και τότε θα κινήσουν τα τανκς εάν δημιουργούνταν το κατάλληλο κλίμα.

Είχαν τις πληροφορίες τους ότι η ηγεσία του ΚΚΕ από το εξωτερικό σχεδίαζε να μετατρέψει την κηδεία του Λαμπράκη σε μαχητική σύγκρουση για την ανατροπή της κυβέρνησης. Η ηγεσία της ΕΔΑ διαφώνησε και δεν προσφέρθηκε στη χούντα το πρόσχημα για να βάλει τη χώρα «στο γύψο» από το 1963.

Όταν τον Δεκέμβριο του 1966 έκλεινε δικαστικά η υπόθεση Λαμπράκη με την απαλλαγή των αξιωματικών της Χωροφυλακής και «αγνώστους» τους ηθικούς αυτουργούς, το παρακράτος όχι μόνο έμεινε άθικτο, αλλά «δικαιώθηκε» και ενισχύθηκε, για να συμπράξει λίγους μήνες αργότερα στην επιβολή της δικτατορίας!

Ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας, έντιμος, αδέκαστος και ασυμβίβαστος δικαστικός λειτουργός, γράφει στο βιβλίο του «Το Ημερολόγιο ενός Πιλάτου» :

«Διάφοροι Καζαμίες, άριστα πληροφορημένοι, όπως απόδειξε εκ των υστέρων το βούλευμα, κυκλοφορούσανε προγνωστικά πως το Συμβούλιο Εφετών θα απαλλάξει ορισμένους ανώτερους αξιωματικούς από τις κατηγορίες συνέργειας στο φόνο και κατάχρησης εξουσίας, που εγώ πρότεινα την παραπομπή τους. Και πως θα παραπέμψουν στο ακροατήριο μόνο τους άσημους κατηγορουμένους Κοτζαμάνη, Γιοσμά, Εμμανουηλίδη κ.λ.π. Μ’αυτά τα προγνωστικά και τις προβλέψεις, γράφω στη σελίδα 169 της πρότασής μου :

«Εάν ως προς τους κατηγορουμένους αξιωματικούς και ιδία τους επί συνεργία εις την ανθρωποκτονίαν κατηγορουμένους, επρότεινα διαφόρων τι των όσων κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, θέλω προτείνει Υμίν κατωτέρω, φοβούμαι ότι θα ωμοίαζα με τους πλοιάρχους εκείνους οι οποίοι εν ώρα ναυαγίου (ως δια τελευταίαν φοράν συνέβη με τον «Τιτανικόν») προτιμούν να διασώσουν τους επισήμους και διακεκριμένους επιβάτας των της πρώτης θέσεως, ους επιβιβάζουσι προσεκτικά εις τας σωσιβίους λέμβους και αφήνουν τους επιβάτας της τρίτης θέσεως να πνιγούν. Ή ότι θα εκινδύνευα να θεωρηθώ ως απόγονος των κατοίκων της Βιβλικής εκείνης χώρας του Γωγ και του Μαγώγ, εις την οποίαν οι άνθρωποι είχον οφθαλμούς δια να μη βλέπωσι και ώτα δια να μη ακούωσι».

«Επεξηγώ πως αυτό το τμήμα της πρότασης, ήταν μία έσχατη προσπάθειά μου να τονώσω το Συμβούλιο και να το συνεφέρω για ν’ ακολουθήσει εις την κρίση του τη σωστή γραμμή του δίκιου, όπως του την έδειχναν τα στοιχεία της ανάκρισης και την ίση μεταχείριση, ανάμεσα σε εξ ίσου συνενόχους κατηγορουμένους. Και ενώ θα εταίριαζαν και υποθετικά (εάν δεν παρέπεμπε τους αξιωματικούς) θα εταίριαζαν για το Συμβούλιο οι καυστικές παρομοιώσεις του πλοιάρχου που σώζει τους επιβάτες της α΄ θέσεως και των ανθρώπων που είχαν μάτια για να μην βλέπουν, αν και απευθυνόμουν προς το Συμβούλιο, δεν τα έγραψα αυτά σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο, όπως θα έπρεπε, γιατί έστω και με την υποθετική διατύπωση θα έθιγα τους δικαστές που το αποτελούσαν, πράγμα που δεν επετρέπετο και δεν ήθελα, γιατί έδινα πάντα πρώτος το παράδειγμα του σεβασμού προς το Δικαστήριο. Αλλά το εγύρισα στο πρώτο ενικό πρόσωπο, πως αυτοί οι χαρακτηρισμοί θα άξιζαν για τον εαυτό μου, εάν δεν επρότεινα την παραπομπή των αξιωματικών κ.λ.π. Και ο εαυτός μου, σαν που είναι δικός μου, δεν μπορεί να παραπονεθεί ότι τον έθιξα.

«Τελικά όμως αφού εγώ επρότεινα την παραπομπή των αξιωματικών γλιτώνω και δεν είμαι άξιος να μου προσάψει κανείς τους άσχημους εκείνους χαρακτηρισμούς, ενώ το Συμβούλιο που τους απάλλαξε από την κατηγορία συνεργίας φόνου, άφηκε τον εαυτό του έκθετο και σ’αυτό ανήκουν για πάντα οι δυσμενείς χαρακτηρισμοί.

«Έτσι τα υπολόγισα και τα ελογάριασα, όταν τα έγγραφα, με την προμαντευόμενη από τους Καζαμίες απαλλαγή των αξιωματικών εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών».

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα ΙΣΤΟΡΙΚΑ της Ελευθεροτυπίας, Τεύχος 220, 22 Ιανουαρίου 2004).

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ